Αναγκαία σχόλια επί της απάντησης για το οπαδικό κίνημα

Αναγκαία σχόλια επί της απάντησης “Περί οπαδικού κινήματος” προς το κείμενό μου ‘’ Το παρηκμασμένο οπαδικό μας κίνημα’’:

 

Δεν ξέρω κατά πόσον έχει νόημα να απαντήσω σε ένα άρθρο το οποίο, αν και τοποθετείται δημόσια, εν τούτοις, είναι ανυπόγραφο. Αυτό και μόνο, φαίνεται να διέπεται από μία βαθιά εξουσιαστική λογική που βλέπει τον συνομιλητή του αφ’ υψηλού, αποποιείται  των οποιονδήποτε ευθυνών που μπορεί να έχει η κάθε δημόσια τοποθέτηση, και αποκλείει τον αναγνώστη/και εμένα από μία ολιστική αντίληψη για τον συνομιλούντα, περιορίζοντας παράλληλα και το πεδίο άσκησης καθολικής και σφαιρικής κριτικής. Για να μιλήσουμε με ποδοσφαιρικούς όρους, είναι σαν να παίζουμε και τις δύο αγωνιστικές, στην έδρα σου. Το έργο του καθενός, κρίνεται από την συνολική του δράση. Η ανωνυμία λοιπόν, παρέχει δομικώς, την ασφάλεια του ‘λέω ό,τι θέλω, όποτε το θέλω, όπως το θέλω».  Οπόταν, επέτρεψέ μου να αμφισβητώ τον αυτοπροσδιορισμό σου, ως «τρελού ρομαντικού» ή ως «Αντιρρησία». Εξάλλου, παρά το γεγονός, και θα συμφωνήσω μαζί σου, ότι ζούμε σε μία συντηρητική κοινωνία, δε νομίζω να υπάρχει τέτοια λογοκρισία, ούτε να ζούμε υπό καθεστώς -άμεσης- δικτατορίας. Οι επαναστάτες του Πολυτεχνείου, και γι’ αυτό το δικαίωμα δεν πολέμησαν; Κάποιοι, τοποθέτησαν τα πρόσωπά τους φάτσα φόρα, όταν υπήρχε κίνδυνος ακόμη και για την ζωή τους. Κάποιοι που τους επικαλούνται…. γράφουν ανώνυμα. Είτε λοιπόν δεν είναι τόσο αντιρρησίες, είτε απλά βλέπουν πολύ… «V For Vendetta», αντλώντας μία ψευδαίσθηση επαναστατικότητας από την ανωνυμία.

Αρχικώς, νομίζω ότι έγινε μία επιλεκτική ανάγνωση του κειμένου. Από την αρχή κατέστησα σαφές, ότι «δεν αναφέρομαι σε όλους ως σύνολο, αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία του οπαδικού κινήματος». Δηλαδή, κάνω μία συνολική αποτίμηση των ιδεολογικών καταβολών του κάθε οπαδικού συνόλου και εκφράζω την αντίθεση μου ως προς αυτό που είναι, ή που λένε ότι είναι.  Ως εκ τούτου, απομονώνω αυτά τα χαρακτηριστικά που τους κάνουν να βλέπουν εαυτόν ως όμοιους, και παράλληλα διαφορετικούς με τον «άλλο». Είναι μια θεμιτή γενίκευση χάριν κριτικής. Το να μου προσάπεται ο υποτιμητικός χαρακτηρισμός του «ισαποστάκια», όταν απλούστατα ασκώ κριτική σε δύο σύνολα που απέχουν παρασάγγας – στην συντριπτική τους πλειοψηφία – από αυτό που αρχικώς αυτοπροσδιορίζονται (οι μεν πατριώτες/Έλληνες/δεξιοί και οι δε πατριώτες/Κυπραίοι/αριστεροί), είναι τουλάχιστον προβοκατόρικο.

Εάν λοιπόν, το πρόβλημα είναι η ιστορική λήθη και η άνοδος της ακροδεξιάς, τότε θα συμφωνήσω. Μόνο που, παρά τις επικρίσεις για υπεραπλουστεύσεις και επικινδυνότητα, ψάχνω παράλληλα και τα βαθύτερα αίτια αυτών των φαινομένων. Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Κύπρο δεν μπορεί να ιδωθεί αποκλειστικά στην εσωτερική της λογική, αλλά και με διάφορους εξωτερικούς παραμέτρους οι οποίοι την τροφοδοτούν. Και δεν αναφέρομαι σε τίποτα άλλο, από τον μηδενισμό που διακατέχει την αριστερά στην Κύπρο, όπως και την αδυναμία της να συγκροτήσει ουσιαστικό απελευθερωτικό πρόταγμα. Ούτε και νιώθω την ανάγκη να απολογηθώ, ως δήθεν «ισαποστάκιας που αποκρύπτει το αληθινό πρόβλημα», γιατί αναζητώ τους λόγους που οδηγούν ένα σύνολο να στρέφεται προς την άρνηση μίας δημοκρατικής αντίστασης, πέρα από τα τετριμμένα «κατηγορώ».  Εξού και η κριτική μου και στα δύο σύνολα. Τέλος, μιλώντας και για ιστορική λήθη, δεν μπορώ να μην εντοπίσω και μία αντίστοιχη ιστορική λήθη, που επιτρέπει στο οπαδικό σύνολο της Ομόνοιας, να πρωτοστατεί στην ταυτοτική ανιστορική παράνοια, εν ονόματι «Κυπριακό Έθνος». Εάν κάποιος δεν το βλέπει αυτό, τότε εθελοτυφλεί.

Επί τούτου, θα ήθελα να ξανακοινοποιήσω την ένστασή μου, ως προς το πανό της Ομόνοιας για την «Αλληλεγγύη». Θα ήταν θεμιτή μία κριτική που θα είχε να κάνει με την διασαφήνιση των όρων «λαού», «έθνους» κοκ. Οι πολυποίκιλες ερμηνείες της λέξης, ξεχωριστές σε κάθε επιστήμη [άλλη η κατανόηση της στην νομική επιστήμη/πολιτεολογία, άλλη στην ιστορία (Βλ. αναφορά σε «ιστορικούς λαούς») και άλλα τα νοήματά της στη λογοτεχνία], να συσκοτίζουν την κατανόηση. Μία τέτοια συζήτηση όμως, είναι αδύνατον να γίνει εδώ (λαός εξάλλου, αποκαλείται και το σύνολο των οπαδών της Ομόνοιας, προσδίδοντας σε αυτόν μία «λαϊκότητα).

Θα αρκεστώ να πω ότι o «λαός», πολιτικά και νομικά, πρεσβεύει το σύνολο των ανθρώπων ενός κράτους, ανεξαρτήτως εθνικής ταυτότητας. Τι γίνεται όμως, στην περίπτωση που η κυρίαρχη ιστορικά εθνότητα σε έναν ιστορικό εθνικό χώρο, δεν ταυτίζεται με το κράτος; Θα ήταν δόκιμο λοιπόν ένα τέτοιο πανό εάν δεν υπήρχε και μία ιστορικότητα που επιτρέπει υποκειμενικές ερμηνείες, ή εάν δεν ήταν διάχυτη μία προσπάθεια ετεροπροσδιορισμού μέσω μίας ρητορικής ασάφειας, λόγω αυτής ακριβώς της συσκότισης.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην περίπτωση των Ελλήνων της Κύπρου οι τελευταίοι συναποτελούν μαζί με τους υπόλοιπους Κυπρίους τον κυπριακό λαό ως πολιτικό υποκείμενο. Ταυτόχρονα, ως Έλληνες οι οποίοι ζουν στον ιστορικό ελληνικό χώρο (Κύπρος), συναποτελούν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες ανεξαρτήτως υπηκοότητας (ελληνικής, αλβανικής, τουρκικής) τον ιστορικό ελληνικό λαό. Άρα, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη μου που προκύπτει από την αντικειμενική ανάγνωση της ιστορίας αυτού του τόπου, να κατατάσσω εαυτόν στον ιστορικό ελληνικό λαό, σε συνδυασμό με την γνώση της αντιθετικής «πλειοψηφικής» αντίληψης των οπαδών της Ομόνοιας για την εθνική τους καταγωγή, θεωρώ αυτό το πανό τουλάχιστον ελλιπές που εσκεμμένα προκαλεί λογικές παρερμηνείες. Παράλληλα, οφείλει κάποιος να δει το ιστορικό πλαίσιο ανάδυσης της ιδέας της επίδειξης «αλληλεγγύης» για να δει και τα συγκεκριμένα της νοήματα, που παραπέμπουν άμεσα στην ύπαρξη δύο εθνών. Και αυτό γιατί απλούστατα ξεπροβάλλει από το διεθνιστικό κίνημα, όπου ένα αγωνιζόμενο έθνος, δείχνει την αλληλεγγύη σε ένα άλλο. Ευλόγως, γεννιέται ένα πλαίσιο ασάφειας που επιτρέπει κατά το δοκούν ερμηνείες. Δε θα ήταν οξύμωρο, εάν οι Ιρλανδοί του «ΒορειοΙρλανδικού κράτους», έδειχναν την αλληλεγγύη τους στον Ιρλανδικό λαό; Ή εάν οι Κούρδοι της Συρίας, έδειχναν αλληλεγγύη στον «Κουρδικό λαό», σε ένα δυνάμει κουρδικό ανεξάρτητο κράτος;

Και επειδή προτάσσεις πολλά παραδείγματα, θα τολμήσω να πω ότι η απάντηση στο ερώτημά σου, για το ποια θα μπορούσε να είναι η εναλλακτική γραφή, είναι το «Αλληλεγγύη στους πλημμυροπαθείς της Αττικής».

Τέλος, η άρνησή μου να αποδεχτώ την επίκληση σε επαναστατικές φιγούρες, προκύπτει κυρίως από την εκ διαμέτρου ιδεολογική αντίφαση που παρατηρώ, και δευτερευόντως από την έλλειψη πράξεων. Παρατηρείται ότι επιτρέπεις μία γενίκευση μόνο για την μερίδα των οπαδών του ΑΠΟΕΛ, ενώ δεν γίνεται το αντίστοιχο για τους οπαδούς της Ομόνοιας. Είναι καλή η μη γενίκευση, αλλά όταν αυτό χρησιμοποιείται για την καθολική άρνηση ευθυνών, τότε κάπου χάνεται το νόημα. Και προφανώς, η συνολικότερη παρακμή που εντοπίζεται στην κάθε κερκίδα, δεν ευνοεί μία χειραφετική προοπτική στις αναφορές επαναστατικών συμβόλων, αλλά μόνο μια φετιχοποίηση και μία εμπορευματοποίηση τους από την πλειοψηφία, που μόνο στείρα «αντιδραστική» μπορεί να είναι.

Όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού.

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY