Αφιέρωμα στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη

Σαν σήμερα, πριν 29 χρόνια, πεθαίνει ένας από τους μεγαλύτερους μεταπολεμικούς ποιητές, ο Τάσος Λειβαδίτης.

Γεννιέται το 1922, την νύχτα της Αναστάσεως, στην Αθήνα, στην γειτονιά του Μεταξουργείου. Οι γονείς του αποφασίζουν να του δώσουν δύο ονόματα, Αναστάσιος-Παντελεήμων. Το πρώτο όνομα, λόγω της ημέρας και επειδή σώθηκε ως εκ θαύματος, καθώς η μητέρα του Βασιλική γέννησε πρόωρα και λίγο έλειψε να του στοιχίσει την ζωή.

Έχει ευτυχισμένα παιδικά και εφηβικά χρόνια, με αρκετές ανέσεις για την εποχή του, κάτι που το επέτρεπε το επάγγελμα του πατέρα του, Λύσανδρου, που ήταν έμπορος υφασμάτων, ο οποίος πτώχευσε κατά την διάρκεια του πολέμου.

<<Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά

     Οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα

     είναι ένας κουβάς, για τα βρώμικα νερά.

     Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι

     όπως γύρω από ένα νεκρό.

     Απ’ τα σπασμένα παράθυρα

     μπαινοβγαίνει η νύχτα,

     η βροχή κι ο χρόνος.

     Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία

     και τα κορίτσια

     μένουν ανύπαντρα.

     Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε.

     Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε,

     Αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.

     Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε

     και πολεμήσαμε.

     Αυτή είναι η ιστορία μου.>>   

Γράφει στοίχους από 11 χρονών και οι φίλοι του τον φωνάζουν ‘’Λεοπάρντι’’ και ‘’Λόρδο Μπάιρον’’, για την ομορφιά του και την ταπεινή του ευγένεια. Φορούσε παλιά ρούχα, επειδή οι φίλοι του δεν ήταν ευκατάστατοι σαν και αυτόν. Μια ημέρα, όντας έφηβος, φόρεσε τεράστια φθαρμένα παπούτσια, για να καταλάβει πως νιώθουν οι φτωχοί.

Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου και δεν αποφοίτησε ποτέ. Αποφάσισε, να πάρει μέρος στην αντίσταση και στρατεύεται στην ΕΠΟΝ. Πίστεψε στην Αριστερή Ιδεολογία με μαχητικότητα και συντροφικότητα.

Το 1945, γνωρίζει την Μαρία Στούπα με την οποία παντρεύτηκε και ήταν το στήριγμα του κατά την διάρκεια του πολέμου, αλλά και μετέπειτα.

Από το 1948-1952, γνώρισε εξορίες, φυλακίσεις και διωγμούς στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Στράτη. Στο έργο του ‘’Μάχη στην άκρη της νύχτας- Το χρονικό της Μακρόνησου’’ , σκιαγραφεί τις νύχτες στο στρατόπεδο, γράφοντας:

<<Είναι πικρή ετούτη η νύχτα

     πως θα περάσουμε

    όλη αυτή τη νύχτα

   αφήστε να τυλίξω στο σακάκι μου

  αυτό το μωρό.>>

Τα έργα του ‘’Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας’’ και ‘’Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο’’ εκφράζουν την εμπειρία της εξορίας και το αίσθημα της αγωνιστικότητας με τους συντρόφους.

<<Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω    

    κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενιτιά

   κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες

   να μιλήσω

   απλά-

  μονάχα μια στιγμή ν’ ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.>>

Μια ποιητική φυσιογνωμία ασυμβίβαστη, μαχητική, με πίστη στα ιδανικά της Κομμουνιστικής Ιδεολογίας και στους συντρόφους. Υψηλή έμπνευση που εκφράζεται στους ώριμους βιωματικούς του στοίχους. Διακατέχεται από μια υπαρξιακή απελπισία, με την ματαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης, καταδικασμένη να πεθάνει.

Το 1967, η δικτατορία τον αφήνει άνεργο, με το κλείσιμο της εφημερίδας ‘’Αυγή’’, όπου εργαζόταν σαν κριτικός ποίησης. Πλέον, μεταφράζει με ψευδώνυμο για βιοποριστικούς λόγους.

Το 1972 στο έργο του ‘’Νυχτερινός Επισκέπτης’’ υπάρχει ένας εσωτερικός, δραματικός, υπερρεαλιστικός κόσμος, καθώς αντιλαμβάνεται την επικείμενη πολιτική ήττα της Αριστεράς :

<<Θεία Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη. Μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο[…]>>

Τέσσερα χρόνια αργότερα υπάρχει διάψευση του Αριστερού ονείρου:

<<Και ο Βλαδίμηρος Ίλιτς, έκανε τον πεθαμένο, για να μην συναντήσει το βλέμμα μου.>>

<<Οι Λευκοί και οι Κόκκινοι,

     πολιορκούσαν την Οδησσό

     και Οδησσός δεν υπήρχε.>>

Εμφανίζεται ως ένας ηττημένος ήρωας, χωρίς μοιρολατρίες, αλλά με ύφος απολογητικό και ρομαντικό:

<<Μη με αδικείται λοιπόν[…]>>

<<’Ώσπου ένα πρωί ξυπνώντας βλέπεις με κατάπληξη ότι είσαι ένας άλλος, ‘’ανοησίες, σκέφτεσαι -πως γίνεται!’’, μα σε λίγο έρχεται ο πανικός, ντύνεσαι βιαστικά και πας στο αστυνομικό τμήμα , ‘’θέλουν να με αντικαταστήσουν’’ λες, σε κοιτάζουν αδιάφοροι ‘’τουλάχιστο μια καινούργια ταυτότητα’’ ικετεύεις.>>( Εγχειρίδιο ευθανασίας).

Προς το τέλος της ζωής του, κοπάζει αυτή η μαχητικότητα και εμφανίζεται μια ένθεη ομιλία, με έναν σχεδόν κατασκευασμένο, ιδιαίτερο και προσωπικό Θεό. Τελικά, χάνεται το όραμα για ανθρώπινη ελευθερία; <<Θα ήταν αστείο κάποτε να γράψω την ιστορία μου. Χριστιανός και άθεος. Φιλόδοξος και δειλός.>>

Στοίχοι του, μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, Μάνο Λοϊζο, Γιώργο Τσαγκάρη, ενώ συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Αλέκο Αλεξανδράκη, για την γραφή τριών σεναρίων.

Στα χρόνια της ποιητικής του πορείας, βραβεύθηκε για την συλλογή του: ‘’Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου’’, ‘’Συμφωνία αρ.Ι’’, ‘’Βιολί για μονόχειρα’’ και ‘’Εγχειρίδιο ευθανασίας’’.

Στις 30 Οκτωβρίου 1988, ξημερώματα Κυριακής, πεθαίνει από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής.

<<Όμως εδώ τελείωσα

    Ώρα να φύγω[…]>>

 

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY