Γιατί καμία συμφωνία θα είναι χειρότερη από μια κακή συμφωνία για τη Βρετανία

Από: Justin Springford και Simon Tilford

Η Theresa May και αρκετοί από τους υπουργούς της έχουν υποστηρίξει ότι είναι καλύτερα να μην υπάρξει συμφωνία για το Brexit, αν είναι να έχουν μία κακή συμφωνία. Κάνουν λάθος. Το κόστος για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου εάν αποτύχουν να συνάψουν μια συμφωνία, θα είναι μεγαλύτερο εκείνου μιας κακής συμφωνίας.

Η πιθανότητα να καταρρεύσουν αμετάκλητα οι διαπραγματεύσεις για το Brexit και η Βρετανία να αποχωρήσει από την ΕΕ χωρίς συμφωνία, είναι περιορισμένη αλλά σίγουρα όχι μηδενική. Η βρετανική κυβέρνηση θα μπορούσε να αρνηθεί να πληρώσει το λογαριασμό για τις δεσμεύσεις του προϋπολογισμού της ΕΕ (οι πρόσφατες απαιτήσεις των 27 έχουν κοστολογηθεί έως και 100 δισ.ευρώ, μεικτά). Οι δύο πλευρές μπορεί να μην καταφέρουν να έλθουν σε συμφωνία για τα αντίστοιχα δικαιώματα των πολιτών. Ή το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να αρνηθεί να αποδεχθεί μια μεταβατική συμφωνία που περιλαμβάνει τη συνέχιση της ελεύθερης κυκλοφορίας και τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο έφευγε από την ΕΕ χωρίς καμία συμφωνία, οι δασμοί της ΕΕ θα έπρεπε να καταβληθούν άμεσα για τις εισαγωγές από τη Βρετανία. Αυτοί κυμαίνονται κατά μέσο όρο στο 4%, αλλά ποικίλουν αρκετά. ΟΙ Βρετανοί εξαγωγείς τροφίμων θα είχαν να αντιμετωπίσουν δασμούς 14%. Οι εξαγωγές βρετανικών αυτοκινήτων, οι οποίες έχουν αυξηθεί ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία βιομηχανικών προϊόντων τα τελευταία 10 χρόνια, θα είχαν να αντιμετωπίσουν δασμούς 10%. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε επίσης να επιβάλει δασμούς στις εισαγωγές από την ΕΕ: θα επιτρεπόταν μόνο να μειώσει τους δασμούς στο μηδέν -όπως υπέθεταν κάποιοι ευρωσκεπτικιστές- εάν το έκανε για όλες τις χώρες, όχι μόνο γι την ΕΕ.

Η επιβολή δασμών θα ήταν συντριπτικά καταστροφική, όχι μόνο για την βιομηχανία αυτοκινήτου η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από εξαρτήματα που διασχίζουν τα σύνορα πολλές φορές προτού συναρμολογηθεί ένα όχημα. Τα εξαρτήματα αυτοκινήτου θα είχαν δασμούς 3%, αλλά ακόμη και αυτό είναι αρκετό για να διαταράξει τις αλυσίδες εφοδιασμού. Τα ντόπια μέρη ενός αυτοκινήτου που κατασκευάζεται στη Βρετανία είναι μόλις 40%, τα περισσότερα από τα υπόλοιπα εισάγονται από την ήπειρο.

Η Βρετανία θα αποχωρούσε επίσης από την τελωνειακή ένωση της ΕΕ, με αποτέλεσμα να τεθούν αμέσως σε ισχύ οι κανόνες καταγωγής. Οι κανόνες προέλευσης χρησιμοποιούνται για να καθορίσουν την εθνική προέλευση ενός προϊόντος, και ως εκ τούτου εάν πρέπει να επιβληθούν δασμοί και σε ποιο επίπεδο. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα βρεθεί αντιμέτωπο με τους ενιαίους εξωτερικούς δασμούς της ΕΕ, οπότε όλες οι βρετανικές εξαγωγές θα αντιμετωπίζουν δασμούς από την ΕΕ. Αλλά οι κανόνες προέλευσης επίσης χρησιμοποιούνται για να καθορίσουν τα μέτρα αντιντάμπινγκ της ΕΕ, για να επισημάνουν και να παράγουν πρότυπες απαιτήσεις και για τη συγκέντρωση των εμπορικών στατιστικών. Η διαδικασία θα πάρει χρόνο και θα κοστίσει, και πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα οι μικρότερες, δεν θα μπορέσουν να συμμορφωθούν και θα σταματήσουν να εξάγουν στην ΕΕ.

ίσως η πιο καταστροφική πτυχή της “μη συμφωνίας” θα ήταν ότι, εκτός του νομικού πλαισίου της ΕΕ, πολλά προϊόντα του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα είναι πλέον διαπιστευμένα για πώληση σε ολόκληρη την ΕΕ. Για παράδειγμα, οι πωλήσεις των βρετανικών φαρμακευτικών ή χημικών στην ΕΕ δεν θα εγκρινόταν αμέσως. Ομοίως, οι αεροπορικές εταιρείες δεν θα επιτρέπεται πλέον να πετούν προς τα κράτη-μέλη της ΕΕ, διότι οι άδειες του Ηνωμένου Βασιλείου σε βρετανικές αεροπορικές εταιρίες δεν θα αναγνωρίζονται πλέον από την ΕΕ. Αλλά καθώς δεν θα είναι μέλος του “ενιαίου ευρωπαϊκού ουρανού”, δεν θα είναι σε θέση να έχει πρόσβαση στα αεροδρόμια εντός της Ένωσης. Οι βρετανικές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις θα έχαναν το δικαίωμα “διαβατηρίου” σε μια νύχτα, και η αμοιβαία αναγνώριση πολλών κανονιστικών προτύπων θα τελείωνε. Αυτό θα οδηγούσε σε μια απότομη πτώση των εξαγωγών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και σε έντονη νομική αβεβαιότητα σχετικά με τα συμβόλαια. Είναι κρίσιμο ότι θα επηρέαζε την εκκαθάριση και τον διακανονισμό των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ιδίως των παραγώγων (συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, δικαιώματα προαίρεσης και ανταλλαγές (futures, options, swaps), τα οποία είναι επικεντρωμένα κατά κύριο λόγο στο Λονδίνο.

Ασφαλώς, η μη συμφωνία θα συνιστά κινδύνους και για την ΕΕ επίσης, και ο μεγαλύτερος από αυτούς θα μπορούσε να ήταν οικονομικός. Υπήρξε μια έντονη συζήτηση μεταξύ των κεντρικών τραπεζιτών για τα ρίσκα της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας για το Ηνωμένο Βασίλειο και για την ΕΕ των 27, από τον ξαφνικό τερματισμό της λειτουργίας του κοινοτικού δικαίου στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι αξιωματούχοι του Ηνωμένου Βασιλείου δηλώνουν ότι το City of London είναι ουσιαστικά η πρωτεύουσα του hedging στην ΕΕ. Ηπειρωτικές τράπεζες χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του City για να αντισταθμίσουν έναντι κινδύνων τα assets τους. Αυτοί στηρίζονται σε βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση καταθέσεων, και σε μακροπρόθεσμα δάνεια με σταθερά επιτόκια. Χρειάζονται αντισταθμιστικά μέσα για να διασφαλίσουν ότι οι βραχυπρόθεσμες ανάγκες δανεισμού θα καλυφθούν στην περίπτωση οπυ οι αγορές αλλάξουν απότομα. Εάν οι τράπεζες της ΕΕ αποκοπούν από την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο είχε αποχωρήσει απο την ΕΕ και οι οίκοι εκκαθάρισης δεν θεωρούνται ακόμη “ισοδύναμοι” από την ΕΕ, η διαπραγμάτευση των παραγώγων θα γινόταν πιο δαπανηρή και θα έπληττε κατά αυτόν τον τρόπο τις τράπεζες της ευρωζώνης.

Ωστόσο, οι αξιωματούχοι της ΕΕ δηλώνουν πως αυτοί οι φόβοι είναι υπερβολικοί. Οι τράπεζες μπορούν τώρα να απευθύνονται στη Νέα Υόρκη για την εκκαθάριση των παραγώγων τους, διότι η νομοθεσία στις ΗΠΑ και η εποπτεία των οίκων εκκαθάρισης έχει θεωρηθεί αντίστοιχη της ΕΕ. Και οι τράπεζες της ευρωζώνης δεν θα αποκοβόταν από την αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου  -η χρήση των οίκων εκκαθάρισης στις χώρες που δεν έχουν τα ισοδύναμα κριτήρια απλώς απαιτούν από τις τράπεζες να εξοικονομήσουν περισσότερο κεφάλαιο. Θα ήταν κάπως πιο ακριβό, αλλά διαχειρίσιμο.

Βασικά, η ΕΕ έχει την εξουσία να περιορίσει τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις από την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με το Ηνωμένο Βασίλειο. Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει από τις συνομιλίες, η ΕΕ θα χορηγήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο προσωρινή ισοδυναμία σε εκείνες τις μορφές συναλλαγών που είναι κρίσιμες για την οικονομική σταθερότητα. Για παράδειγμα, η ΕΕ θα μπορούσε να χορηγήσει στους οίκους εκκαθάρισης με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, προσωρινό ισοδύναμο καθεστώς για ένα χρόνο, έτσι ώστε οι τράπεζες της ευρωζώνης θα μπορούσαν ακόμη να εκκαθαρίζουν και να διευθετούν συμβόλαια παραγώγων στο Λονδίνο.

Ως εκ τούτου η ΕΕ μπορεί να μετριάσει τη ζημιά στην ίδια απο την αποτυχία να πετύχει μια συμφωνία, και να τιμωρήσει τη Βρετανία σε τομείς όπου τα υψηλότερα εμπόδια είναι λιγότερο δαπανηρά για την ΕΕ. Στις αεροπορικές μεταφορές για παράδειγμα, η ΕΕ θα μπορούσε να χορηγήσει στις αεροπορικές επιχειρήσεις με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο μια αναστολή, επιτρέποντάς τις να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στην ΕΕ ακόμη και μεταξύ των αεροδρομίων της ΕΕ. Αυτό θα επέτρεπε στους πολίτες της ΕΕ να μεταβούν στην πατρίδα τους για να δουν τις οικογένειές τους και στις επαγγελματικές πτήσεις να συνεχίσουν, κάτι που είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών. Η ΕΕ θα μπορούσε να προσφέρει μια συμφωνία έκτακτης ανάγκης αναγνωρίζοντας την βρετανική έγκριση νέων φαρμάκων, εξασφαλίζοντας ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν να πωλούνται στην ΕΕ. Αλλά όπου είχαν άλλες επιλογές πέραν των Βρετανών προμηθευτών -κρέας, τυρί και εξαρτήματα αυτοκινήτου για παράδειγμα- οι ηγέτες της ΕΕ θα μπορούσαν να αφήσουν τους δασμούς να αυξηθούν. Οι εισαγωγείς αυτών των προϊόντων θα μπορούσαν να στραφούν σε προμηθευτές εντός της ΕΕ -ή στις πολλές χώρες που έχουν συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την ένωση.

Τι θα σημαίνουν όλα αυτά για την οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου; Οι βρετανικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα συρρικνωνόταν πολύ απότομα. Το πλήγμα στις εξαγωγές και στην ελκυστικότητα του Ηνωμένου Βασιλείου ως ένα μέρος για επενδύσεις, κατά πάσα πιθανότητα θα προκαλούσε μια απότομη πτώση στην αξία της στερλίνας, κάτι που θα οδηγούσε ίσως σε ισοτιμία έναντι του ευρώ και πιθανώς και έναντι του δολαρίου. Ο πληθωρισμός θα αυξανόταν καθώς η αποδυνάμωση της στερλίνας και η επιβολή δασμών αύξησε τις τιμές των αγαθών, που με τη σειρά του διάβρωσε τα διαθέσιμα εισοδήματα και την κατανάλωση. Το αποτέλεσμα θα ήταν βαθιά ύφεση, που θα έπληττε τα φορολογικά έσοδα και θα αποδυνάμωνε την ικανότητα της κυβέρνησης να μεταφέρει δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης για την ενίσχυση της οικονομίας. Η απώλεια της επενδυτικής εμπιστοσύνης στην οικονομία του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να θέσει στην Τράπεζα της Αγγλίας την τρομερή επιλογή: είτε να πρέπει να σταθεροποιήσει τη στερλίνα με την αύξηση των επιτοκίων ή να τονώσει την οικονομία.

Η ΕΕ των 27 τα γνωρίζει όλα αυτά, κάτι που εξηγεί για ποιο λόγο απορρίπτουν τις βρετανικές απειλές του να αποχωρήσουν χωρίς συμφωνία. Ίσως να έχουν κρίνει εσφαλμένα το βρετανικό πολιτικό κλίμα, αλλά δεν έχουν παρανοήσει τα οικονομικά.

 

via

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY