Από: Ρίτσα Μασούρα*

 

Επιστρέφουμε εκεί όπου η Ιστορία συχνά μας καλεί. Είτε για να διδαχτούμε από τα λάθη του παρελθόντος, είτε για να προβάλλουμε το μέλλον μέσα από μεγεθυντικούς φακούς του παρελθόντος. Καμιά φορά είναι θέμα ιδεολογικής επιλογής. Τις περισσότερες φορές όμως κινούμεθα από σεβασμό προς τον άνθρωπο και το πώς αυτός διαμορφώθηκε πολιτικά και κοινωνικά τα τελευταία εκατό χρόνια. Και ναι, ορθώς καταλάβατε, επιστρέφουμε στη Σοβιετική Ένωση, στον Στάλιν και στη μετα-Στάλιν εποχή, εκατό χρόνια μετά τον Οκτώβρη του 1917. Ενδεχομένως το κάνουμε μονόπλευρα, χωρίς ουσιαστικό αντίλογο – τουλάχιστον σε αυτό εδώ το κείμενο – αλλά με έναν οικείο τρόπο που δύσκολα αμφισβητείται: μέσα από βιβλία των οποίων οι συγγραφείς είχαν και έχουν άποψη για την εικόνα του σοβιετικού ανθρώπου.

Συγγραφείς που βραβεύτηκαν για τη συμβολή τους στην προφορική ιστορία, αλλά και διακεκριμένοι ιστορικοί που παρά τον υποκειμενικό παράγοντα που διατρέχει τα βιβλία τους δεν παύουν να τροφοδοτούν τις εύθραυστες πτυχές ενός συχνά έντονου και ανερμήνευτου δικού μας συναισθηματισμού.

 Ο κομμουνισμός είχε ένα τρελό σχέδιο – να επιδιορθώσει τον «παλιό» άνθρωπο, τον Αδάμ της Παλαιάς Διαθήκης. Και το πέτυχε…ίσως είναι δε το μοναδικό που πέτυχε.

Το σημερινό κείμενο συνδέεται εμμέσως με την προβολή – τούτες τις μέρες στη Βρετανία – της ταινίας του Αρμάντο Ιανούτσι «The death of Stalin». Για την ταινία που πραγματεύεται το τί ακολούθησε μετά τον χαμό του «Πατερούλη», μόνον ο Guardian, για παράδειγμα, αφιερώνει 13 άρθρα. Ε, ναι, ποιος τολμάει να προσπεράσει εύκολα μια τέτοια ιστορία;

stalin dead

Οι μεν πιστεύουν ότι πρόκειται για μια τραγική προσωπικότητα, οι δε για «σοβόκ». (Όρος που παραπέμπει ειρωνικά και λίγο υποτιμητικά στον σοβιετικό άνθρωπο).

 Όλοι εμείς οι άνθρωποι του σοσιαλισμού έχουμε το λεξιλόγιό μας, τις απόψεις για το καλό και το κακό, για τους ήρωες και τους μάρτυρές μας. Έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις με το θάνατο

Έχω την εντύπωση πως αυτόν τον άνθρωπο τον ξέρω, μου είναι γνωστός, βρίσκομαι κοντά του, πέρασα πολλά χρόνια δίπλα του. Αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ. Είναι οι γνωστοί μου, οι φίλοι, οι γονείς μου. Ο homo sovieticus δεν είναι μόνο Ρώσος. Είναι Ουκρανός, Λευκορώσος, Καζάκος… Σήμερα ζούμε σε διαφορετικά κράτη, μιλάμε διαφορετικές γλώσσες, αλλά μας αναγνωρίζεις με την πρώτη ματιά.

Όλοι εμείς οι άνθρωποι του σοσιαλισμού έχουμε το λεξιλόγιό μας, τις απόψεις για το καλό και το κακό, για τους ήρωες και τους μάρτυρές μας. Έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις με το θάνατο. Στις διηγήσεις μου συνεχώς μου τρυπάνε τα αυτιά λέξεις, όπως «πυροβολώ», «τουφεκίζω», «εκκαθαρίζω», «εξοντώνω», ή εκείνες οι σοβιετικές εναλλακτικές της εξαφάνισης, όπως «σύλληψη», «δέκα χρόνια χωρίς δικαίωμα αλληλογραφίας», «μετανάστευση». Πόσο μπορεί να αξίζει η ανθρώπινη ζωή αν σκεφτούμε πως πριν λίγο καιρό πέθαναν εκατομμύρια; Είμαστε γεμάτοι μίσος και προκαταλήψεις. Είμαστε από εκεί όπου υπήρχαν τα γκούλαγκ κι ένας τρομερός πόλεμος. Η κολεκτιβοποίηση, η από-κουλακοποίηση (κουλάκοι, πλούσιοι Ρώσοι αγρότες), η μετακίνηση πληθυσμών…

Έτσι ξεκινάει το βιβλίο της «Το Τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου» η βραβευμένη με Νόμπελ Λογοτεχνίας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, περιγράφοντας την εικόνα του Σοβιετικού Ανθρώπου καθώς πορεύεται μέσα απ’ το όραμα μιας επανάστασης, τα κοινωνικά δεσμά στη συνέχεια, για να καταλήξει στον εφιάλτη των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Η Αλεξίεβιτς εξελίσσεται σε μαιτρ της προφορικής ιστορίας και προσωποποιεί άτομα που συχνά οι ιστορικοί αποπροσωποποιούν. Έτσι οι στρατιώτες, οι κρατούμενοι, οι σταλινιστές γίνονται άτομα οικεία, που ζουν σε κοντινές γειτονιές, περνούν τις ώρες τους στα ίδια κομματικά γραφεία ή στα ίδια γκούλαγκ. Δεν τους σκεπάζει η Ιστορία. Αντίθετα τους αναδεικνύει.

 «Τα πάντα γίνονται βάσει του ίδιου σεναρίου. Ο λαός είναι σαν κοπάδι. Σαν ένα κοπάδι αντιλόπες. Και η εξουσία σαν λέαινα.

Μέσα από το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε περπατώντας σε χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, η Αλεξίεβιτς επιχειρεί να μας εξοικειώσει με την ιστορική μνήμη πρωτίστως, αλλά και το πολιτισμό ή τον ψυχισμό του Ρώσου πολίτη, αφήνοντας σε μας το νέο αντάμωμα με τον Πούσκιν, τον Ντοστογιέφσκι ή τον Μαγιακόφσκι και όχι αναγκαστικά με τον Στάλιν ή τον Μπέρια.

«Τα πάντα γίνονται βάσει του ίδιου σεναρίου. Ο λαός είναι σαν κοπάδι. Σαν ένα κοπάδι αντιλόπες. Και η εξουσία σαν λέαινα. Η λέαινα διαλέγει το θύμα μέσα απ’ το κοπάδι και το σκοτώνει. Οι υπόλοιποι μασάνε το χορτάρι τους, κοιτώντας τη λέαινα με την άκρη του ματιού της, την ώρα που εκείνη διαλέγει το επόμενο θύμα. Όταν η λέαινα το ρίξει κάτω, όλοι αναστενάζουν από ανακούφιση: «Δεν είμαι εγώ, δεν είμαι εγώ, μπορώ να συνεχίσω να ζω». Και ναι, αυτή είναι η εικόνα ενός λαού που ζούσε με την παρηγοριά της αποκάλυψης – με τη βιβλική ενίοτε έννοια του όρου – και με την πνιγηρή αίσθηση του απόλυτου κενού, χωρίς κανείς δημοσίως να μπορεί να φωνάξει «Ποτέ ξανά», μόνο να το ψιθυρίζει μπορούσε στο κουζινάκι στην άκρη της αυλής.

Εδώ ακριβώς έρχεται να ακουμπήσει ένα άλλο βιβλίο, κατά τη γνώμη μας επίσης ενταγμένο στην προφορική ιστορία. Είναι «Οι Ψιθυριστές» του βρετανού ιστορικού Orlando Figes. Διόλου τυχαίος ο τίτλος. Σχετίζεται με την αδυναμία των Ρώσων να μιλήσουν δυνατά για τα προβλήματά τους. Πραγματεύεται την επιβεβλημένη από το καθεστώς του «Πατερούλη» σιωπή τους. Αναφέρεται στο φόβο που κρυβόταν ανάμεσα στις λέξεις που ο εραστής ψιθύριζε άθελά του στην ερωμένη και ο εργάτης στον αρχιεργάτη για να βρεθούν την επομένη έγκλειστοι σε σκοτεινά κελιά, έντρομοι, αποτροπιασμένοι, αλλά αποφασισμένοι να ζήσουν ή και να τουφεκιστούν!

 Στόχος του συγγραφέα είναι να αντιληφθεί πώς επιδρούσε το καθεστώς στην προσωπική ζωή του Σοβιετικού πολίτη και πώς αυτή η επίδραση καθόριζε στη συνέχεια τις σχέσεις του με την οικογένειά του, τα παιδιά του

«Οι Ψιθυριστές» όντως είναι δοκίμιο προφορικής ιστορίας, προγενέστερο βεβαίως του βιβλίου «Το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου». Έχει καταγραφεί στις κριτικές ως λογοτεχνικό μνημείο που αποτίει φόρο τιμής στα εκατομμύρια των θυμάτων του σταλινισμού. Στόχος του συγγραφέα είναι να αντιληφθεί πώς επιδρούσε το καθεστώς στην προσωπική ζωή του Σοβιετικού πολίτη και πώς αυτή η επίδραση καθόριζε στη συνέχεια τις σχέσεις του με την οικογένειά του, τα παιδιά του. Ποιοι ήταν οι ηθικοί συμβιβασμοί που τον ακολουθούσαν στην καθημερινή ζωή κι αν υπήρχε η πιθανότητα προστασίας της ιδιωτικότητας μέσα σε χώρους κοινοκτημοσύνης όπου οι μεν παρακολουθούσαν τους δε.
Δύσκολη η απάντηση. Κάποιοι που ήταν 15 και 20 χρόνων το 1937, την περίοδο της μεγάλης τρομοκρατίας, (Great Terror) αγνοούσαν ότι οι γονείς τους είχαν εξοριστεί ή δεν ήξεραν πως ο πατέρας ήταν μπολσεβίκος και μάλιστα στην ανώτατη βαθμίδα. Στις παραδοσιακές περιοχές εξορίας, μακριά από τη Μόσχα, ορισμένοι αγνοούσαν ακόμη και το όνομα των γονιών τους.

 τα παιδιά πολλών εξόριστων ενσωματώθηκαν στο κόμμα, ενώ κάποια άλλα έγιναν πληροφοριοδότες. Θύματα και ζηλωτές: Η δύναμη του συστήματος. Γεννημένοι σε νοσηρό περιβάλλον έμαθαν να σέβονται τους κανόνες

Έβγαζαν τυχαία ως κοινωνικά επικίνδυνα παιδιά κάτω των τριών ετών. Χίλιοι πεντακόσιοι θάνατοι ανά ημέρα,750.000 μέσα σε δεκάξι μήνες. Ναι, πράγματι, ο Μεγάλος Τρόμος. Οποιοσδήποτε, οπουδήποτε. Κάποιος μεθύστακας του οποίου το μόνο έγκλημα ήταν ότι πιτσίλισε με βότκα το πορτρέτο ενός ηγέτη, μια λουλουδού η οποία χαρακτηρίστηκε τρομοκράτισσα»…

ussr posters

Τα χρόνια μετά τον θάνατο του «Πατερούλη», τα παιδιά πολλών εξόριστων ενσωματώθηκαν στο κόμμα, ενώ κάποια άλλα έγιναν πληροφοριοδότες. Θύματα και ζηλωτές: Η δύναμη του συστήματος. Γεννημένοι σε νοσηρό περιβάλλον έμαθαν να σέβονται τους κανόνες, γνωρίζοντας ότι μόνο το σύστημα θα τους διασφάλιζε την αξιοπρέπειά τους.

 Μια γυναίκα σταμάτησε να πηγαίνει στην τουαλέτα του σπιτιού, μήπως κατά λάθος σκουπιστεί με εφημερίδα όπου υπήρχε το όνομα του Στάλιν.

Επί Στάλιν δεν είχαν οι πάντες συλληφθεί. Ο καθένας όμως είχε επηρεαστεί από την καταστολή και τον φόβο. Στο λεωφορείο, σύμφωνα με μαρτυρίες ηλικιωμένων Ρώσων, απέφευγε κανείς να μιλήσει ονομαστικά για συμπατριώτες του και φυσικά στο σχολείο τα παιδιά ποτέ δεν αναφέρονταν στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των γονιών τους.

Μια γυναίκα σταμάτησε να πηγαίνει στην τουαλέτα του σπιτιού, μήπως κατά λάθος σκουπιστεί με εφημερίδα όπου υπήρχε το όνομα του Στάλιν. Μια άλλη γυναίκα -η Αντονίνα Γκολόβινα, έζησε είκοσι χρόνια δίπλα στον σύζυγό της χωρίς ποτέ να του εκμυστηρευτεί ότι η οικογένειά της είχε εξοριστεί στη Σιβηρία και ζούσε σε γκούλαγκ!

Στο βιβλίο του, ο Orlando Figes αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον Κονσταντίν Σιμόνοφ, ενδεικτικό ίσως του πώς αντιδρούσαν οι άνθρωποι και πώς η εικόνα τους καθρεφτίζονταν στις απέραντες ρωσικές στέπες.

Γόνος οικογένειας ευγενών, ο Σιμόνοφ έγραψε το 1934 την επαναστατική πρόζα κι ενώ τα μέλη της οικογένειάς του συνελήφθησαν, εκείνος άρχισε να γράφει ποιήματα προς τιμήν του Στάλιν και των μεγάλων έργων της εποχής του στη Σιβηρία.

Το 1970 ο Σιμόνοφ γράφει τα απομνημονεύματά του, θέλοντας να εξηγήσει αν και σε ποιο βαθμό αισθανόταν ντροπή για τη στάση του. Αλλά ένας άνθρωπος αριστοκρατικής καταγωγής, όπως αυτός, με σημαντικές αξίες για την εποχή -υπακοή, υποχρέωση του πολίτη- έκανε κάτι πολύ απλό: έθεσε τις αξίες του στην υπηρεσία του σταλινικού καθεστώτος. Ποιος στο κάτω κάτω ξέρει πώς θα αντιδρούσε ο καθένας από μας σε τέτοιες εξαιρετικά δύσκολες και ακραίες περιπτώσεις;

josef stalin

Όσοι διαμόρφωσαν το πολιτικό σύστημα, συχνά στη συνέχεια έγιναν θύματα του δικού τους δημιουργήματος, αναφέρεται στο βιβλίο. Κι είναι αυτό ένα από τα δυνατά του σημεία, καθώς αποδεικνύεται ότι μια άδολη, μια λανθασμένη στροφή στον λόγο θα μπορούσε να καταστρέψει μια οικογένεια ή και να την σώσει. Μια κοινωνία ψιθυριστών, λοιπόν, που ο καθένας προσπαθούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, την οικογένειά του ή τους φίλους του.

Δεν είμαστε ιστορικοί, μόνον αναγνώστες και επιφανειακοί γνώστες τμημάτων της ρωσικής επανάστασης και της ιστορίας της ΕΣΣΔ. Αλλά η οξυδέρκεια του συγγραφικού λόγου των δύο ιστορικών, ούτως ή άλλως μας διαπερνά, αφήνοντας μας δεκάδες ερωτηματικά για τον «μονοδιάστατο άνθρωπο» που στήθηκε μέσα τη διαδικασία της σοβιετοποίησης του ρωσικού λαού.

*Δημοσιογράφος, Διαχειρίστρια www.globalview.gr

Huffpost.gr

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY