Η αυτοδιάθεση της Καταλονίας και το διεθνές δίκαιο

Η λύση θα είναι συνταγματική ή διεθνής;

Η αυτοδιάθεση, ή αυτοπροσδιορισμός, των λαών θέτει ένα θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα με πολύ σοβαρές πολιτικές και νομικές προεκτάσεις: Πώς ένας λαός αντιλαμβάνεται και προσδιορίζει τον εαυτό του στο γεωπολιτικό σύμπαν; Πώς τον οριοθετεί και τι ενδεχομένως αξιώνει χωροταξικά; Υπάρχουν προϋποθέσεις και κανόνες σε αυτήν την διαδικασία; Μπορεί οποιαδήποτε συλλογική οντότητα να διεκδικήσει ελεύθερα τον αυτοκαθορισμό της;

11102017-2.jpg

Μια καταλανική αποσχιστική σημαία με μαύρη κορδέλα κρέμεται από μπαλκόνι στην Βαρκελώνη της Ισπανίας, στις 11 Οκτωβρίου του 2017. REUTERS / Susana Vera
——————————————————

Στην περίπτωση της Ισπανίας, κανένα ζήτημα αυτοδιάθεσης δεν κατάφερε να περάσει τα σύνορα και να απασχολήσει σοβαρά τους διεθνολόγους. Αυτό συνέβαινε διότι όποτε κλιμακωνόταν ο λόγος της αυτοδιάθεσης, τόσο τα ζητήματα της Καταλονίας όσο και αυτά των Βάσκων κατέληγαν να φιλτράρονται από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ισπανίας (Tribunal Constitucional de España), τις αποφάσεις του οποίου καμία από τις δύο αυτόνομες περιοχές έως τώρα δεν αψήφησε ανοιχτά, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Το 2003, π.χ., υπήρξε μια προσπάθεια μονομερούς αναθεώρησης του αυτόνομου καθεστώτος της χώρας των Βάσκων με το σχέδιο Ibarretxe (τυπικά γνωστό και ως La Propuesta de Estatuto Político de la Comunidad de Euskadi), το οποίο επέκτεινε ουσιωδώς τις πολιτικές εξουσίες των Βάσκων έναντι της Μαδρίτης. Μολονότι κατάφωρα αντισυνταγματικό, το σχέδιο Ibarretxe έμεινε στα χαρτιά, γλιτώνοντας το Tribunal Constitucional από μια εξέταση ουσίας της υπόθεσης και την κοινωνία της Ισπανίας από μια πιθανή σύγκρουση.

Δέκα χρόνια αργότερα, στις 23 Ιανουαρίου του 2013, το τοπικό κοινοβούλιο της Καταλονίας υιοθέτησε ένα τόλμηρο κείμενο, το «Declaració de sobirania i el dret a decidir del poble de Catalunya», δηλαδή την διακήρυξη της κυριαρχίας της Καταλονίας και του δικαιώματος του λαού της να αποφασίσει ελεύθερα την πολιτική του μοίρα. Σε συνέχεια αυτής της κίνησης, στις 9 Νοεμβρίου του 2014, η κυβέρνηση της Καταλονίας οργάνωσε ένα δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Μετά την ενδιάμεση ανασταλτική απόφαση του Tribunal Constitucional, στο οποίο είχε προσφύγει η κυβέρνηση της Μαδρίτης κατά του Declaració, η κυβέρνηση της Καταλονίας προσέδωσε συμβολικό χαρακτήρα στην όλη διαδικασία η οποία δεν ήταν πλέον δημοψηφισματική αλλά απλώς «συμμετοχική». Στο μεταξύ, στις 25 Μαρτίου του 2014, το Tribunal Constitucional απεφάνθη για πρώτη φορά ομόφωνα πως το Declaració της Καταλονίας είναι άκυρο γιατί παραβιάζει το Σύνταγμα της Ισπανίας. Κατά το Tribunal Constitucional οι Καταλανοί μπορούν να ασκούν το δικαίωμά τους να αποφασίζουν για τα του οίκου τους σεβόμενοι όμως το Ισπανικό Σύνταγμα και ιδίως τα άρθρα 1 και 2 που καθιερώνουν την άρρηκτη κυριαρχική ενότητα του ισπανικού κράτους.

Μετά τα γεγονότα της προηγούμενης Κυριακής, όμως, δε μπορεί παρά να αναρωτιέται κανείς: Είναι το δημοψήφισμα της Καταλονίας μια εθνική υπόθεση; Πότε μια συνταγματική κρίση αποκτά διεθνή χαρακτηριστικά; Και πότε το κρατικό μονοπώλιο της νόμιμης βίας ξεπερνάει τα όρια του διεθνώς νομίμου και αποδεκτού;

11102017-3.jpg

Ο πρόεδρος της Καταλονίας, Carles Puigdemont, υπογράφει την δήλωση ανεξαρτησίας στο περιφερειακό κοινοβούλιο της Καταλονίας, στην Βαρκελώνη, στις 10 Οκτωβρίου 2017. REUTERS / Albert Gea
——————————————————————-

Το διεθνές δίκαιο, μετά από την δεκαετία του ’60 όπου άρχισε σιγά-σιγά να ολοκληρώνεται η διαδικασία της απο-αποικιοποίησης, δεν δέχεται πλέον εξωτερικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης, δηλαδή δικαίωμα απόσχισης από ένα κυρίαρχο κράτος, παρά μόνο ένα νεφελώδες δικαίωμα συμμετοχικότητας και εσωτερικής αυτοδιάθεσης, δηλαδή ένα, μη επιβλητέο διεθνώς, δικαίωμα ουσιαστικής και απρόσκοπτης συμμετοχής στα κοινά. Επιπλέον, το διεθνές δίκαιο απαιτεί να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των συλλογικών οντοτήτων, όπως το να μην αποκλείονται αυθαίρετα από τις συλλογικές πολιτικές διαδικασίες και οπωσδήποτε το να μην κινδυνεύει η ύπαρξή τους από την κεντρική εξουσία.

Μετά τον πόλεμο της Γουγκοσλαβίας και την τραυματική εμπειρία του Κοσσόβου, η πολιτική θεωρία ανέδειξε ένα μη νομικό, αλλά ισχυρό ηθικο-πολιτικό δικαίωμα το οποίο άρχισαν να δανείζονται και οι διεθνολόγοι: Αυτό της θεραπευτικής απόσχισης. Η θεραπευτική απόσχιση νομιμοποιεί λαούς και κοινότητες που υπέστησαν μαζικές διώξεις, βάναυση μεταχείριση και μαζική παραβίαση δικαιωμάτων από την κεντρική εξουσία, να μπορούν (να επιδιώξουν) να αποσχισθούν από την κακώς πράξασα κεντρική εξουσία. Η πρακτική αξία της θεραπευτικής απόσχισης διαφαίνεται πολιτικά κυρίως στην διαδικασία αναγνώρισης του νέου κράτους, και κατόπιν στην ίδια την δυνατότητά του να σταθεί αυτόνομα διεθνώς, καθώς η κακομεταχείριση λειτουργεί ως νομιμοποιητική συνθήκη βάσει της οποίας στηρίζει η διεθνής κοινότητα το αναδυόμενο νέο κράτος.

Σε γενικές γραμμές, η διεθνής έννομη τάξη είναι ανώριμη και ανέτοιμη να χειριστεί μεταποικιακά το κεφάλαιο της αυτοδιάθεσης, το οποίο, αν πραγματικά επικαιροποιηθεί, θα μπορούσε να ναρκοθετήσει το Βεστφαλιανό μας σύστημα. Στην γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ΔΔΧ) σχετικά με την νομιμότητα ή μη της μονομερούς ανακήρυξης ανεξαρτησίας του Κοσόβου από την μεταβατική κυβέρνηση που είχε οριστεί με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας μετά την διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας και την διαδοχή της από την Σερβία, το Δικαστήριο δεν τόλμησε να αγγίξει ούτε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του Κοσσόβου, ούτε την σχέση του τελευταίου με την συνταγματική έννομη τάξη της Σερβίας, ούτε το επιχείρημα της θεραπευτικής απόσχισης. Αντ’ αυτού, επιθυμώντας διακαώς να δώσει ένα οριστικό τέλος στην τραγωδία της περιοχής και τις βαλτωμένες συνταγματικές συζητήσεις μεταξύ Σερβίας και Κοσσόβου χωρίς να δημιουργήσει νομικά προηγούμενα, το ΔΔΧ επέλεξε να κρυφτεί πίσω από την συχνά βολική αναρχία του διεθνούς δικαίου. Στηριζόμενο στην παρωχημένη αρχή Lotus βάσει της οποίας ό,τι δεν απαγορεύεται ρητά στο διεθνές δίκαιο επιτρέπεται, το ΔΔΧ αγνόησε το Σύνταγμα της Σερβίας και απεφάνθη πως δεν υπάρχει συγκεκριμένος διεθνής κανόνας που να απαγορεύει τις μονομερείς ανακηρύξεις ανεξαρτησίας, λύνοντας έτσι πρόσκαιρα το γεωπολιτικό πρόβλημα της περιοχής αλλά ανοίγοντας τελικά, άθελά του, τον ασκό του Αιόλου για το σύνολο των πολυεθνικών κρατών.

Τα γεγονότα της προηγούμενης Κυριακής είναι πολύ ανησυχητικά και ουδόλως ηθικά αποδεκτά, όμως για να τεθεί πραγματικό ζήτημα διεθνούς αυτοδιάθεσης, η κατάσταση στην Καταλονία θα πρέπει, απευκταία, να κλιμακωθεί πολύ σοβαρά, όπως μας κατέδειξε το όχι και τόσο μακρινό ιστορικό προηγούμενο του Κοσσόβου. Οι χειρισμοί της κεντρικής κυβέρνησης της Ισπανίας προκάλεσαν την έντονη ανησυχία και δυσαρέσκεια της διεθνούς κοινότητας, αλλά ακόμα και έτσι, απέχουν παρασάγγας από την περίπτωση του Κοσσόβου.

11102017-4.jpg

Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Μαριάνο Ραχόι, σε τηλεοπτική οθόνη σε ένα μπαρ στην Βαρκελώνη της Ισπανίας, στις 11 Οκτωβρίου του 2017. REUTERS / Susana Vera
———————————————————————

Σχεδόν είκοσι χρόνια πριν την συνταγματική κρίση της Καταλονίας, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Καναδά προσέφυγε στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας με αφορμή παρόμοιο δημοψήφισμα, που αφορούσε πιθανή απόσχιση του Κεμπέκ από τον Καναδά. Το ανώτατο δικαστήριο διερεύνησε όλα τα ενδεχόμενα αυτοδιάθεσης -ριζοσπαστικά για τα συνήθη νομικά δεδομένα ακόμα και το σενάριο της θεραπευτικής απόσχισης- και έκρινε πως τίποτα προβληματικό δεν ίσχυε στην περίπτωση του Κεμπέκ που έως τότε απολάμβανε αυξημένης αυτονομίας και καλής μεταχείρισης εντός της ομοσπονδίας. Το δικαστήριο έκρινε πως το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του Κεμπέκ έπρεπε να πραγματωθεί εντός της καναδικής συνταγματικής έννομης τάξης και όχι μονομερώς, ενώ σε περίπτωση θετικού δημοψηφίσματος απόσχισης τόσο η κεντρική εξουσία όσο και όλα τα επί μέρους ομόσπονδα κράτη και επαρχίες θα είχαν την ηθική υποχρέωση να εισέλθουν σε συνταγματικές συζητήσεις με το Κεμπέκ προκειμένου να αναθεωρήσουν από κοινού τις συνταγματικές τους σχέσεις.

Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι εάν η συνταγματική ή η διεθνής λύση είναι η πιο ενδεδειγμένη, αλλά εάν η Καταλονία κρίνεται, ή θα κριθεί μελλοντικά, ως το πολιτικό ανάλογο του Κοσσόβου ή του Κεμπέκ.

*Η Άννα Ειρήνη Μπάκα είναι Δρ Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ.

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY