Η επικίνδυνη αλλαγή του Τραμπ σχετικά με το Ιράν

Πώς βάζει τις ΗΠΑ σε πορεία απομόνωσης και αντιπαράθεσης

Την Παρασκευή, οι Ηνωμένες Πολιτείες έφθασαν σε μια καμπή στις σχέσεις τους με το Ιράν. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατήγγειλε σθεναρά την Ισλαμική Δημοκρατία σε μια έντονα συγκρουσιακή ομιλία, απειλώντας να ανατρέψει την πυρηνική συμφωνία [1], εκτός εάν το Κογκρέσο την τροποποιήσει για να καταστήσει πιο περιοριστικούς τους όρους της [2]. Με το να αρνηθεί να εγκρίνει την συμφωνία, παρά την επαλήθευση ότι το Ιράν τηρεί τους όρους [3], ο Trump ουσιαστικά τορπίλισε την σκληρή δουλειά που οδήγησε στο πρόσφατο άνοιγμα της Ουάσιγκτον στην Τεχεράνη. Η ορμητική κίνηση του, σε συνδυασμό με άλλα κλιμακούμενα μέτρα –ο χαρακτηρισμός ολόκληρου κλάδου του στρατού του Ιράν, των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), ως υποστηρικτή της τρομοκρατίας, καθώς και η εχθρική στάση της διοίκησης Trump και η έντονη απουσία διπλωματίας- όχι μόνο θέτουν σε κίνδυνο την πυρηνική συμφωνία και την αμερικανική αξιοπιστία μεταξύ των βασικών συμμάχων τους, αλλά και θέτουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πορεία κλιμάκωσης [της έντασης] με το Ιράν. Αυτό είναι ακόμη πιο προβληματικό δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν να διατηρήσουν αξιόλογους διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και ότι η επικίνδυνη αλλαγή της πολιτικής τους ουσιαστικά υπονομεύει την πρόοδο των διπλωματικών μέτρων.

17102017-1.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, καταγγέλλει την Συμφωνία με το Ιράν, στο Διπλωματικό Δωμάτιο του Λευκού Οίκου, στην Ουάσιγκτον, στις 13 Οκτωβρίου 2017. KEVIN LAMARQUE / REUTERS
————————————————————–

ΣΤΕΛΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΜΗΝΥΜΑ

Ένας από τους κύριους κινδύνους για την απόρριψη του πυρηνικού συμφώνου [4] (γνωστό τυπικά ως JCPOA) είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυξημένη απομόνωση και απώλεια αξιοπιστίας μεταξύ των διεθνών εταίρων τους. Η Κίνα, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι όλοι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας. Κατά την προετοιμασία των πυρηνικών συνομιλιών, αυτές οι χώρες και άλλοι διεθνείς εταίροι, όπως οι Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, συμμορφώθηκαν με τις δευτερεύουσες κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν, σε βάρος των δικών τους εγχώριων οικονομιών. Αποφάσισαν, πιστεύοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ένα σαφές και βιώσιμο στρατηγικό όραμα για να περιορίσουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, συμπεριλαμβανομένης μιας αξιόπιστης δέσμευσης στην διπλωματία. Έτσι, η Ουάσινγκτον θα αντιμετωπίσει μια ανηφορική μάχη για να εξασφαλίσει διεθνή συγκατάνευση προς υποστήριξη της τρέχουσας κίνησής της. Και χωρίς ενιαίο μέτωπο, η θέση του Ιράν θα ενισχυθεί. Επιπλέον, εάν η Τεχεράνη χάσει τελικά τα κίνητρά της για να συμμορφωθεί πλήρως με την JCPOA, θα είναι σε θέση να κατηγορήσει [ως υπεύθυνες για την αποτυχία της συμφωνίας] τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η απόφαση του Trump θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει εσωτερικές αλλαγές στο Ιράν που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Η βραχυπρόθεσμη αντίδραση της Τεχεράνης ενδέχεται να περιοριστεί στην ανάληψη αμοιβαίας δράσης στο Κοινοβούλιό της, να υποβάλλει καταγγελία στην κοινή επιτροπή JCPOA και να δοκιμάσει τα όρια των πυρηνικών υποχρεώσεών της˙ αξιωματούχοι της κυβέρνησης Rouhani σηματοδότησαν ότι θα υιοθετήσουν μια προσέγγιση «περιμένω και βλέπω». Αλλά η απόρριψη [της συμφωνίας] θα επηρεάσει σίγουρα τις μακρόχρονες εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ των πιο μετριοπαθών και των σκληρών φατριών του Ιράν για το αν θα συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή η ανάσχεση του Ιράν δεν περιορίζεται μόνο στην εξουδετέρωση των τεχνικών του ικανοτήτων αλλά και στην εξασφάλιση της συνεργασίας του. Όπως βεβαιώνει εδώ και καιρό η αμερικανική κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών [5], «το Ιράν δεν αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα τεχνικά εμπόδια στην παραγωγή πυρηνικών όπλων, γεγονός που καθιστά κεντρικό ζήτημα την πολιτική βούληση του Ιράν». Συνεπώς, οι μετριοπαθείς φωνές που υποστηρίζουν την συνέχιση της πυρηνικής συγκράτησης θα το βρουν όλο και περισσότερο δύσκολο να υπερασπιστούν την θέση τους, ειδικά καθώς η αφήγηση του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Ali Khamenei, και άλλων σκληροπυρηνικών κερδίζει έδαφος. Υποστήριξαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μόνο εχθρικές προθέσεις προς το Ιράν παρά τους συμβιβασμούς που έχει κάνει η Τεχεράνη.

Ο Τραμπ ίσως να δίνει στον Χαμενεΐ μια χρυσή ευκαιρία να αποδείξει τόσο στα μέλη της ιρανικής πολιτικής ελίτ όσο και στον ιρανικό λαό (που υποστήριζαν σε μεγάλο βαθμό την συνεργασία) ότι απλά οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να τύχουν εμπιστοσύνης. Σε συνδυασμό με άλλα μέτρα -ιδιαίτερα εκείνα που χτυπούν μια ευαίσθητη χορδή στους Ιρανούς, όπως οι περιορισμοί στις βίζες που απαγορεύουν επ’ αόριστον στους περισσότερους από αυτούς [6] να ταξιδεύουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εχθρική ρητορική που χαρακτηρίζει γενικά το Ιράν ως «τρομοκρατικό έθνος, όπως και μερικά άλλα», [7] το να αποκαλείται ο Περσικός Κόλπος ως «Αραβικός Κόλπος» και η αύξηση των κυρώσεων- το μήνυμα του Χαμενεΐ μπορεί να αντηχεί όλο και περισσότερο μέσα στο Ιράν. Αυτό θα αποτελούσε σημαντική στρατηγική απώλεια για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΠΡΟΚΑΛΩΝΤΑΣ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ

Για να προσθέσει καύσιμα στην φωτιά, την Παρασκευή ο Trump όρισε ολόκληρο το IRGC ως χορηγό τρομοκρατίας. Αν και η Ουάσιγκτον πρέπει να βρει έναν αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης των δραστηριοτήτων του IRGC που αντιβαίνουν στα συμφέροντα των ΗΠΑ, ο ορισμός αυτός δεν είναι η σωστή προσέγγιση. Πρώτον, σε μεγάλο βαθμό επικαλύπτει τις ισχύουσες κυρώσεις κατά του IRGC για την συμμετοχή του στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεύτερον, παρόλο που ο ορισμός δεν φθάνει [μέχρι του σημείου] να υποδείξει το IRGC ως «Οργάνωση Ξένων Τρομοκρατών», το γενικότερο πλαίσιο -η ρητορική του Trump και η αλλαγή της πολιτικής του- καθιστά την κίνηση πιο πιθανό να προκαλέσει αντίδραση αντιποίνων. Ο διοικητής του IRGC, Mohammad Ali Jafari, δήλωσε πρόσφατα ότι εάν η Ουάσινγκτον προχωρήσει με τον ορισμό, «το IRGC [θα] θεωρεί τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ ισοδύναμες με το Ισλαμικό Κράτος, σε όλο τον κόσμο και ειδικά στην Μέση Ανατολή».

Παρόλο που το IRGC παραμένει μια από τις οντότητες που υφίστανται τις πιο βαριές κυρώσεις στον κόσμο, υπήρξε παρά ταύτα ιστορικά ικανό να διευρύνει τον ρόλο του στην ιρανική οικονομία. Ωστόσο, ο ορισμός μπορεί να έχει ένα ανατριχιαστικό αποτέλεσμα στις εταιρείες που διεξάγουν νόμιμες συναλλαγές με οντότητες που δεν υφίστανται κυρώσεις στο Ιράν. Αυτό θα υπονόμευε την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να κινητροδοτεί το Ιράν να συνεχίσει να συμμορφώνεται με την JCPOA ή να ασκεί με άλλο τρόπο συγκράτηση.

Πολιτικά, η [νέα] πολιτική [στάση του τραμπ] θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα του IRGC στο Ιράν. Οι τακτικές δυνάμεις του IRGC ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες [άνδρες] και οι παραστρατιωτικοί και η πτέρυγα των μαζικών κινητοποιήσεων, η Basij, αριθμούν εκατομμύρια [ανθρώπους]. Η εκτεταμένη παρουσία του IRGC στην ιρανική κοινωνία θα αφήσει τον πρόεδρο Χασάν Ρουχανί με λίγες επιλογές εκτός από το να συσπειρωθεί δημόσια πίσω από αυτό. Πράγματι, οι διάφορες πολιτικές ομάδες στο Ιράν έχουν ήδη δηλώσει δημοσίως την ενιαία υποστήριξή τους στους Φρουρούς και ο Ρουχανί τους έχει επαινέσει για την υπεράσπιση των «εθνικών συμφερόντων» του Ιράν, όπως η καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) στο Ιράκ και στην Συρία. Ο Ρουχανί σημείωσε επίσης ότι το IRGC έχει μια ιδιαίτερη θέση «στις καρδιές του ιρανικού λαού». Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πρόσφατες επικρίσεις του Ρουχανί [8] κατά του IRGC, όταν είπε ότι είχε υπερβολική επιρροή στην οικονομία και έπρεπε να κάνει πίσω. Ο ορισμός της Ουάσινγκτον θα μπορούσε να διαταράξει την ατζέντα του Ρουχανί [που επιδιώκει] να περιορίσει τον ρόλο των Φρουρών στην οικονομία.

Στο Ιράκ και την Συρία, όπου το στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ υπηρετεί κοντά σε δυνάμεις του IRGC, η πολιτική του Trump θα μπορούσε να προκαλέσει ρωγμές και να περιπλέξει τους κανόνες δέσμευσης στο έδαφος. Το Ιράν πιθανόν να αποφύγει καταστάσεις που το φέρνουν σε άμεση σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική πιθανότητα εσφαλμένου υπολογισμού που θα οδηγήσει σε άμεσες ή δια πληρεξουσίων αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Επιπλέον, η απόφαση του Trump θα μπορούσε να βλάψει το Ιράκ, καθώς οι δυνάμεις που υποστηρίζονται από το Ιράν, συμπεριλαμβανομένων των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης, παραμένουν στην πρώτη γραμμή της επίθεσης της Βαγδάτης κατά του ISIS στην ξηρά. Η απόφαση θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει αποσταθεροποιητικές πολιτικές συνέπειες για το Ιράκ εάν το Ιράν επιλέξει να χρησιμοποιήσει την επιρροή του εκεί για να ακολουθήσει πιο εχθρικές πολιτικές. Γενικότερα, ο ορισμός του IRGC [ως χορηγό της τρομοκρατίας] θα ενισχύσει περαιτέρω τις δημοφιλείς θεωρίες συνωμοσίας σε ολόκληρη την Μέση Ανατολή, ότι οι ΗΠΑ είναι σε συμπαιγνία με το ISIS, καθώς πολλοί στην περιοχή θεωρούν ότι οι Φρουροί είναι η ηγετική δύναμη στον πόλεμο κατά της τρομοκρατικής οργάνωσης.

ΜΙΑ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Όπως η ομιλία του πρώην προέδρου Τζορτζ Μπους το 2002 για τον «άξονα του κακού» σηματοδότησε ένα αρνητικό σημείο καμπής στην περιορισμένη προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν πριν από 15 χρόνια, η σκληρή πολιτική του Trump θα κάνει παρόμοιες ζημιές. Τότε, η ομιλία του Μπους ήρθε αμέσως μετά την ουσιαστική συνεργασία ΗΠΑ-Ιράν για το Αφγανιστάν υπό την ηγεσία του μεταρρυθμιστή Ιρανού πρώην προέδρου Μοχάμεντ Χαταμί, ο οποίος περίφημα έκανε έκκληση για «διάλογο μεταξύ των πολιτισμών». Ωστόσο, η ομιλία του Μπους μαζί με μια σειρά πολύπλοκων παραγόντων, τελικά αποδυνάμωσαν [9] τον Χαταμί και τους μεταρρυθμιστές συμμάχους του, οι οποίοι τάσσονταν υπέρ ενός αυξημένου διαλόγου με την Δύση. Αυτό βοήθησε να ενισχυθεί η επιρροή των σκληρών στοιχείων που υποστηρίζουν την συνεχή αντίσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Την δεκαετία που ακολούθησε, το Ιράν επέκτεινε κατά πολύ το πυρηνικό του πρόγραμμα και αύξησε την περιφερειακή επιρροή του -τίποτα από τα οποία δεν ήταν επωφελή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Ομοίως, η σημερινή αλλαγή [πολιτικής] έρχεται μετά από ένα πρωτοφανές επίπεδο εμπλοκής μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και ένα πολύ διευρυμένο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ του Ιράν και της διεθνούς κοινότητας για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Αυτές οι πρόσφατες εξελίξεις έγιναν υπό την ηγεσία του Ρουχανί, ο οποίος τώρα κληρονόμησε σε μεγάλο βαθμό τους μεταρρυθμιστές του Khatami. Η πλατφόρμα του έχει επικεντρωθεί στην συγκράτηση και τον διάλογο. Έτσι, οι τελευταίες προκλήσεις του Trump θα καταφέρουν πιθανώς ένα ακόμη πλήγμα στους Ιρανούς μετριοπαθείς.

Όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες, το Ιράν εξακολουθεί να θέτει σοβαρές προκλήσεις στα συμφέροντα των ΗΠΑ, είτε μέσω των μαχητικών δραστηριοτήτων του στην Μέση Ανατολή, είτε λόγω της εξέλιξης των βαλλιστικών πυραύλων του είτε λόγω της κράτησης εκείνων που έχουν διπλή υπηκοότητα ΗΠΑ-Ιράν. Ωστόσο, το Ιράν είναι σήμερα ένας σημαντικά ισχυρότερος περιφερειακός δρων, έχοντας επεκτείνει την επιρροή του στο Ιράκ, τον Λίβανο, την Συρία και την Υεμένη. Αν χάσουμε την [συμφωνία] JCPOA, ενδέχεται να αντιμετωπίσουμε μια πυρηνική κρίση στην Μέση Ανατολή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ανάγκη για μια αποτελεσματική στρατηγική τόσο για την αντιμετώπιση όσο και για την συμμετοχή του Ιράν και την δέσμευσή του σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες, είναι πολύ μεγαλύτερη από ποτέ. Η τρέχουσα περίοδος κλιμάκωσης είναι γεμάτη με ρίσκο, και κάνει τις συνέπειες του εσφαλμένου υπολογισμού πολύ πιο σημαντικές.

*Ο PAYAM MOHSENI είναι διευθυντής του Iran Project και συνεργάτης για τις Ιρανικές Σπουδές στο Κέντρο Επιστημών και Διεθνών Υποθέσεων Belfer της Σχολής Kennedy του Πανεπιστημίου Harvard.
**Η SAHAR NOWROUZZADEH είναι συνεργάτις συμμετοχικής έρευνας στο Iran Project και το Σχέδιο για την Διαχείριση του Ατόμου στο Κέντρο Επιστημών και Διεθνών Υποθέσεων Belfer της Σχολής Kennedy του Πανεπιστημίου Harvard.

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY