Η Κίνα φλερτάρει το Ιράν

Γιατί η «Πρωτοβουλία Μια Ζώνη, Μια Οδός» θα περάσει μέσω Τεχεράνης

Καθώς η διοίκηση Trump επεξεργάζεται τις λεπτομέρειες της στρατηγικής της για τον περιορισμό του Ιράν [2], η Κίνα αναζητά τρόπους να φέρει το Ιράν στο παγκόσμιο σύστημα. Μετά το πρόσφατο συνέδριο του κόμματος, το οποίο χαλύβδωσε την λαβή του προέδρου Xi Jinping στην εξουσία [3], οι προσπάθειες αυτές θα πάρουν πιθανώς τη μορφή ολοκλήρωσης του πιο φιλόδοξου σχεδίου της εξωτερικής πολιτικής του, την «Πρωτοβουλίας One Belt, One Road» (OBOR), από την οποία η Τεχεράνη θα είναι ένας από τους βασικούς ωφελημένους. Το Πεκίνο δήλωσε ότι η OBOR είναι απαραίτητη για την δημιουργία υποδομών που θα ενθαρρύνουν το εμπόριο, αλλά η πρωτοβουλία είναι για πολύ περισσότερα. Είναι επίσης ένας τρόπος για την οικοδόμηση πολιτικής εμπιστοσύνης μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών. Και φαίνεται ότι αυτό λειτουργεί στο Ιράν. Εκεί, η OBOR θεωρείται ως ένα έργο που θα καταστήσει το Ιράν απαραίτητο εταίρο όχι μόνο για την Κίνα, αλλά και για την Ινδία, την Ρωσία και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας.

06112017-1.jpg

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Javad Zarif (αριστερά), χαιρετά τον Κινέζο ομόλογό του, Wang Yi, στο Πεκίνο, τον Δεκέμβριο του 2016. REUTERS
——————————————————–

ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ

Το σχέδιο του Xi, που εγκαινιάστηκε το 2013, χαιρετίστηκε θερμά από την Τεχεράνη από την αρχή. Η Πρωτοβουλία, ένα σχέδιο ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, δεκαετούς με δεκαπενταετούς διάρκειας που θα συνδέει την Κίνα με τις παγκόσμιες αγορές [4] μέσω μιας εκτεταμένης σειράς χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών οδών στην Ευρασία, θέτει το Ιράν στο επίκεντρο των παγκόσμιων σχεδίων της Κίνας.

Δύο παράγοντες καθιστούν το Ιράν τόσο κεντρικό παράγοντα: Η αναπόφευκτη γεωγραφική του θέση και η χρησιμότητά του ως σχετικά σταθερού εταίρου ασφαλείας σε μια κατά τα άλλα ταραχώδη Μέση Ανατολή. Η γεωγραφική θέση του Ιράν το καθιστά τη μόνη βιώσιμη γέφυρα γης από τον Περσικό Κόλπο έως τις περίκλειστες χώρες της Κεντρικής Ασίας (μια αγορά περίπου 65 εκατομμυρίων ανθρώπων) και τα τρία κράτη του Καυκάσου (Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν και Γεωργία). Η Κίνα είναι αφοσιωμένη στο να καταστεί η κυρίαρχη οικονομική και πολιτική δύναμη στις περιοχές αυτές [5].

Επί του παρόντος, οι Κεντρο-ασιάτες έχουν τρεις διεξόδους προς τις παγκόσμιες αγορές: Ανατολικά μέσω της Κίνας, νότια μέσω του Ιράν και δυτικά μέσω της Ρωσίας. Η επιτυχής εφαρμογή της OBOR παρέχει στην Κίνα de facto έλεγχο σε δύο από τα τρία σημεία διεξόδου. Ήδη, το Καζακστάν προηγείται μεταξύ των πέντε κρατών της Κεντρικής Ασίας για να συνδεθεί με το Ιράν. Τον Δεκέμβριο του 2014, το Καζακστάν, μαζί με το Ιράν και το Τουρκμενιστάν, εγκαινίασαν μια σιδηροδρομική γραμμή 575 μιλίων μεταξύ των τριών χωρών. Επιπλέον, καθ’ όλη την διάρκεια των πυρηνικών διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ιράν και της Δύσης, ο πρόεδρος του Καζακστάν, Nursultan Nazarbayev, ενήργησε ως μεσολαβητής μεταξύ των δύο πλευρών. Εν τω μεταξύ, τον Φεβρουάριο του 2016, το πρώτο σιδηροδρομικό φορτίο από την Κίνα έφθασε στο Ιράν μέσω της σιδηροδρομικής σύνδεσης Καζακστάν-Τουρκμενιστάν-Ιράν.

Ταυτόχρονα, η OBOR παρουσιάζει ορισμένες αβεβαιότητες για τους Ιρανούς. Ένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομής του Ιράν την τελευταία δεκαετία ήταν η ανάπτυξη του λιμένα βαθέων υδάτων Chabahar στην ακτή του Ινδικού Ωκεανού. Το έργο αυτό έχει καθυστερήσει πολύ, αλλά παραμένει μια κρίσιμη επιλογή για μια εμπορικά πιο βιώσιμη διέξοδο των κρατών της Κεντρικής Ασίας και του Αφγανιστάν. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι Ιρανοί θέλουν να μετατρέψουν το λιμάνι σε αντίπαλο του Ντουμπάι, ακόμη και αν το σενάριο αυτό είναι απίθανο στο προσεχές μέλλον. Ωστόσο, εν τω μεταξύ, η Κίνα έχει επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε ένα ανταγωνιστικό έργο στο λιμάνι του Gwadar [6] στο κοντινό Πακιστάν.

Για να περιπλακούν περαιτέρω τα πράγματα, ο σημαντικότερος αντίπαλος της Κίνας, η Ινδία, είναι μεταξύ των ξένων κρατών που έχουν εμπλακεί περισσότερο ως εταίρος του Ιράν στην ανάπτυξη του Chabahar. Επίσης, η Ιαπωνία αναφέρθηκε από ιρανικές πηγές ως δυνητικός επενδυτής στο Chabahar. Η Ιαπωνία λέγεται ότι ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη του λιμένα για τους ίδιους λόγους με την Κίνα: Για να ενισχύσει τους δεσμούς με την ιρανική αγορά των 80 εκατομμυρίων [ατόμων] και ταυτόχρονα να μετατρέψει το ιρανικό έδαφος σε αγωγό προς τις αγορές της Κεντρικής Ασίας.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Το Πεκίνο βλέπει προς το Ιράν και την Κεντρική Ασία όχι μόνο μέσω ενός οικονομικού πρίσματος, αλλά και μέσω ενός [πρίσματος] ασφαλείας. Δίπλα στις σχετικά υποανάπτυκτες δυτικές περιφέρειές του, το Πεκίνο θεωρεί ότι η Κεντρική Ασία αποτελεί ένα εκτεθειμένο υπογάστριο που πρέπει να ενσωματωθεί στενά στην οικονομική και πολιτική σφαίρα της Κίνας.

Οι κυβερνήσεις της Κεντρικής Ασίας ήταν περισσότερο ή λιγότερο πρόθυμοι εταίροι. Η Κίνα έχει ήδη αντικαταστήσει την Ρωσία ως ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της περιοχής. Η συνεργασία αναμένεται πλέον να εδραιωθεί γύρω από θέματα ασφάλειας. Έχει ήδη θεσπιστεί θεσμική υποδομή για την διευκόλυνση αυτής της συνεργασίας, ιδίως με τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (Shanghai Cooperation Organization, SCO) [7].

06112017-2.jpg

Κινέζοι και Ιρανοί αξιωματούχοι συναντώνται στην Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο, τον Σεπτέμβριο του 2015. REUTERS
——————————————————————–

Τόσο η κινεζική όσο και η κεντρο-ασιατική ηγεσία θεωρούν το Ιράν ως αναπόφευκτο συνεργάτη ασφάλειας. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην γεωγραφία του, αλλά και στην αντίληψη ότι το Ιράν δεν αποτελεί απειλή σε ό,τι αφορά σε ένα βασικό ζήτημα: Την εξαγωγή του ριζοσπαστικού Ισλάμ στις αυλές τους. Παρά την προσήλωση της Τεχεράνης στην ισλαμική της ιδεολογία, οι κυβερνήσεις της Κεντρικής Ασίας και της Κίνας πιστεύουν ότι το Ιράν έχει σταματήσει σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες να εξαγάγει το πολιτικό του μήνυμα στους βόρειους γείτονές του. Αντ’ αυτού, οι προσπάθειες της Τεχεράνης για εξαγωγή της δικής της εκδοχής του Ισλαμισμού έχουν ως στόχο τον αραβικό κόσμο -και ιδιαίτερα τις κοινότητες των αραβικών σιιτικών μειονοτήτων. Εν τω μεταξύ, ως έθνος σιιτικής πλειοψηφίας, το ισλαμικό μήνυμα του Ιράν θα είχε πάντα περιορισμένη ελκυστικότητα στα σουνιτικά κράτη της Κεντρικής Ασίας ή μεταξύ της μουσουλμανικής μειονότητας της Κίνας. Αντίθετα, η Κίνα και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας έχουν ιστορικά φοβηθεί τον ρόλο των σουνιτικής πλειοψηφίας κρατών για την διάδοση ριζοσπαστικών θρησκευτικών δογμάτων.

Με την σειρά της, παρά τις τεράστιες ποσότητες [αγαθών που διακινούνται μέσω] του εμπορίου, η Κίνα συνεργάζεται ελάχιστα με τα αραβικά κράτη του Κόλπου στον τομέα της ασφάλειας. Μόνο πρόσφατα η Σαουδική Αραβία και η Κίνα πραγματοποίησαν τις πρώτες συνομιλίες τους για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Αντίθετα, η Κίνα διεξήγαγε μια σειρά συνομιλιών για την ασφάλεια και την άμυνα με το Ιράν, ενώ οι στρατιωτικοί δεσμοί μεταξύ Κίνας και Ιράν είναι βαθείς και χρονολογούνται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.

ΝΕΟΙ ΦΙΛΟΙ;

Παρά τα χρόνια συγκρουσιακών σχέσεων με τα Δυτικά κράτη, το Ιράν θεωρείται από την Κίνα ως ένα ανθεκτικό και ισχυρό έθνος-κράτος στη Μέση Ανατολή, το οποίο παρ’ όλα αυτά έχει αφεθεί έξω από οποιεσδήποτε περιφερειακές οικονομικές συμμαχίες και συμμαχίες ασφαλείας. Η Κίνα πιστεύει ότι θα μπορούσε να προσφέρει την εταιρική σχέση που σήμερα λείπει από το Ιράν.

Τούτου λεχθέντος, η Κίνα εξακολουθεί να έχει τις υποψίες της για το Ιράν. Δείτε την πρόσφατη στάση της Κίνας προς τη μακρόχρονη προσπάθεια του Ιράν να ενταχθεί στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) ως πλήρες μέλος αυτής της οργάνωσης. Η Ρωσία πιστεύεται ευρέως ότι ευνοεί την ένταξη του Ιράν στο πολυμερές συλλογικό όργανο, το οποίο καθοδηγείται από τη Μόσχα και το Πεκίνο. Ωστόσο, οι Ιρανοί δεν είναι σίγουροι για το πόσο το Πεκίνο είναι ανοικτό σε αυτήν την ιδέα. Ο SCO έχει επανειλημμένα αρνηθεί να ξεκινήσει ενταξιακές συνομιλίες με την Τεχεράνη, προς μεγάλη απογοήτευση του Ιράν.

Η διαδικασία του SCO εκνεύρισε τους Ιρανούς τόσο πολύ που λέγεται ότι επανεξετάζουν την προσπάθειά τους για ένταξη. Όντως, αμέσως μετά την αποτυχία της προσχώρησης του Ιράν, μια σειρά ημιεπίσημων ιρανικών πηγών αμφισβήτησε την χρησιμότητα της συμμετοχής στον SCO. Ωστόσο, η πολιτική και συμβολική αξία στο να ενταχθεί το Ιράν σε πολυμερείς οργανισμούς, όπως ο SCO, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ελαφρά. Από τότε που η Ισλαμική Δημοκρατία δημιουργήθηκε το 1979, το Ιράν έχει επανειλημμένα αποτύχει να συμμετάσχει σε συλλογικά όργανα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τις διπλωματικές και οικονομικές εμπλοκές με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Η εμπειρία της Τεχεράνης στην δαπανηρή οικονομική απομόνωση μόνο αύξησε την όρεξή της για ενσωμάτωση.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ

Η κινεζική επένδυση είναι αρκετή αιτία για το Ιράν προκειμένου να καλωσορίσει την OBOR, αλλά άλλοι εγχώριοι παράγοντες την καθιστούν ακόμη πιο ελκυστική. Η φατρία των σκληροπυρηνικών του Ιράν υποστήριξε εδώ και καιρό ότι η Τεχεράνη θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε διπλωματικούς και οικονομικούς δεσμούς με κράτη όπως η Ρωσία και η Κίνα έναντι των Δυτικών κρατών.

Αυτή η πολιτική άρχισε ως σύνθημα στην δεκαετία του 1990 και μέχρι το τέλος της προεδρίας του Mahmoud Ahmadinejad, ήταν πραγματικότητα. Μέχρι το 2013, όταν ο Αχμαντινετζάντ έφυγε από το αξίωμα, η Κίνα αντιπροσώπευε περίπου το ένα τρίτο του συνολικού εμπορίου του Ιράν. Κάποιοι από τους ίδιους σκληροπυρηνικούς, ιδιαίτερα εκείνοι που βρίσκονται στις τάξεις του Σώματος της Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς (IRGC), εξακολουθούν να υποστηρίζουν στενότερους δεσμούς με την Κίνα. Ακόμα και η μετριοπαθής φατρία στην κυβέρνηση του προέδρου Χασάν Ρουχανί θεωρεί την Κίνα ως βασικό παράγοντα που μπορεί να συμπληρώσει τις συνολικές προσπάθειες του Ιράν να σπάσει την προηγούμενη διεθνή απομόνωσή του.

06112017-3.jpg

Τμήμα του κινεζικού στόλου αποπλέει από το λιμάνι Zhoushan για το Άντεν, στην Υεμένη, τον Απρίλιο του 2015. REUTERS
————————————————————–

Στην πραγματικότητα, οι ιρανο-κινέζικοι δεσμοί «στρατού προς στρατό» έχουν επεκταθεί αισθητά από τότε που ο Ρουχανί ανέλαβε καθήκοντα το 2013, ειδικά μετά την πυρηνική συμφωνία του 2015. Ο πρώην υπουργός Άμυνας, Hossein Dehqan, επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Πεκίνο τον Μάιο του 2014 και υπέγραψε συμφωνία για στρατιωτική συνεργασία. Μόλις τον Νοέμβριο του 2016, η Τεχεράνη και το Πεκίνο υπέγραψαν συμφωνία για την από κοινού καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Τον Ιούνιο του 2017, κινεζικά και ιρανικά πολεμικά σκάφη πραγματοποιούσαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις στην Θάλασσα του Ομάν προς τα στενά του Hormoz, με την συμμετοχή περίπου 700 [ανδρών των] ναυτικών δυνάμεων από κάθε χώρα. Αυτές ήταν μερικές από τις μεγαλύτερες ναυτικές ασκήσεις που διεξήγαγε το Ιράν από κοινού με μια ξένη δύναμη τα τελευταία χρόνια. Η ιρανική πλευρά φροντίζει να μην παρουσιάσει την τελευταία στρατιωτική συνεργασία της ως ότι έχει στόχο έναν τρίτο δρώντα όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες ή οι χώρες του Αραβικού Κόλπου. Η Τεχεράνη γνωρίζει πολύ καλά ότι η Κίνα δεν θα θέλει να εμπλακεί συμπαρατασσόμενο με το Ιράν στις αντιπαλότητες της Μέσης Ανατολής. Αντ’ αυτού, οι στενότεροι στρατιωτικοί δεσμοί παρουσιάζονται απλά ως ένας τρόπος προστασίας των τεράστιων εμπορικών συναλλαγών που διεξάγουν τα δύο κράτη κάθε χρόνο.

Μεγάλο μέρος του οράματος για μια τέτοια συνεργασία σχεδιάστηκε στην επίσημη επίσκεψη του Xi τον Ιανουάριο του 2016 στην Τεχεράνη. Τα δύο κράτη συμφώνησαν να επεκτείνουν το εμπόριο στα 600 δισεκατομμύρια δολάρια σε μια δεκαετή περίοδο, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσουν την συνεργασία τους στο πλαίσιο ενός 25ετούς σχεδίου.

Όπως και με τις συνεχιζόμενες συζητήσεις της Τεχεράνης με τους Ρώσους, το Ιράν λέγεται ότι ζυγίζει την πρόσβαση των κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων στις αεροπορικές και ναυτικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Οι δύο χώρες ευθυγραμμίζονται σε ορισμένα βασικά ζητήματα στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Ασαντ στην Συρία. Θα φαινόταν πλήρως σύμφωνο με τις διεθνείς φιλοδοξίες τόσο του Ιράν όσο και της Κίνας, εάν η μελλοντική ανασυγκρότηση της Συρίας καταστεί αναπόσπαστο μέρος των προσπαθειών του Πεκίνου για την OBOR στην δυτική Ασία. Στο κάτω-κάτω, ο πυρήνας της OBOR αφορά τα έργα υποδομών που χρηματοδοτούνται από την Κίνα, όπως οι δρόμοι, τα σιδηροδρομικά δίκτυα και τα λιμάνια.

Παράλληλα με την επέκταση των δεσμών «στρατού προς στρατό», υπάρχουν στενές σχέσεις στον ενεργειακό τομέα [8]. Τον Ιούλιο του 2017, το ιρανικό Υπουργείο Πετρελαίου και μια κοινοπραξία της Γαλλικής Total, της China National Petroleum Corporation (CNPC) και μιας τοπικής ιρανικής εταιρείας ενέργειας συνήψαν μια 20ετή σύμβαση ύψους 4,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανάπτυξη του νότιου Pars, του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου στον κόσμο. Η συμμετοχή της CNPC στην συμφωνία δεν ήταν τυχαία, δεδομένης της μακράς ιστορίας της εταιρείας και των βαθύτερων συμφερόντων της στο Ιράν. Και δεδομένου ότι η Κίνα παραμένει ο κορυφαίος πελάτης ενέργειας του Ιράν, η απόφαση της κυβέρνησης Ρουχανί να δώσει υψηλό ποσοστό σε μια κινεζική εταιρεία δεν προκαλεί έκπληξη. Η περαιτέρω πίεση στην κυβέρνηση Ρουχανί να μην είναι πολύ φιλική προς την Δύση θα καταστήσει αναπόφευκτα τις κινεζικές επιχειρήσεις ενέργειας μερικούς από τους μεγαλύτερους παράγοντες στην χώρα.

Καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, πραγματοποιεί την περιοδεία του στην Ασία, θα πρέπει να θυμάται ότι δεν είναι μόνο η Ρωσία του Πούτιν που κάνει μεγαλύτερες εισόδους στη Μέση Ανατολή, πιθανώς σε βάρος της επιρροής των ΗΠΑ. Η Κίνα έχει μια δική της «μεγάλη στρατηγική», και το Πεκίνο έχει αναμφισβήτητα τα καλύτερα χαρτιά στα χέρια του. Η OBOR είναι αναμφίβολα ένας ισχυρός υπαινιγμός για το τι έχει η Κίνα κατά νου. Το Πεκίνο χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό οικονομικών, στρατιωτικών και άλλων μέσων για να διευρύνει την εμβέλειά του. Θα ήταν ανόητο για τους υπεύθυνος χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ να απορρίψουν την OBOR ως μια βιαστική προσπάθεια της Κίνας να βρει νέες αγορές για την τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα του Πεκίνου. Στην πλήρη εφαρμογή της, η OBOR μαζί με άλλες κινεζικές προσπάθειες, όπως η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων Υποδομών (Asian Infrastructure Investment Bank, AIIB) και το Ταμείο του Νέου Δρόμου του Μεταξιού (New Silk Road Fund), καταδεικνύουν ότι το Πεκίνο προχωρά σύμφωνα με το κυριαρχούμενο από τις ΗΠΑ παγκόσμιο σύστημα εμπορικών κανόνων και επενδυτικών πρακτικών.

Χάρη στις συγκρουσιακές σχέσεις με την Ουάσινγκτον, η Τεχεράνη θεωρεί την OBOR της Κίνας ως ευκαιρία για μεγαλύτερη ενσωμάτωση στην δυτική Ασία. Ωστόσο, η Τεχεράνη πρέπει να προσέξει ώστε να μην διαβάσει εσφαλμένα τις προθέσεις της Κίνας. Το Πεκίνο θα προσπαθήσει να αποφύγει τις πολυάριθμες πολιτικές παγίδες της Μέσης Ανατολής. Θα συνεχίσει να έχει στενούς εμπορικούς και διπλωματικούς δεσμούς με μακρύ κατάλογο ανταγωνιστών του Ιράν, από τους Σαουδάραβες μέχρι τους Ισραηλινούς. Ωστόσο, η αποδοχή του Ιράν από την Κίνα ως ένα αναπόφευκτα σημαντικό στοιχείο της μεγάλης στρατηγικής της OBOR, αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία για τους Ιρανούς. Εφόσον η OBOR είναι μια από τις εμβληματικές φιλοδοξίες της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Xi, κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει πιστός σ’ αυτήν όσο βρίσκεται στην εξουσία.

*Ο Alex Vatanka είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής στην Ουάσιγκτον. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Iran and Pakistan: Security, Diplomacy and American Influence [1] (I.B. Tauris, 2017).

Foreign Affairs Hellenic Edition

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY