“Ιπτάμενο” Αγρινό

Aπο:Panic

Κάποτε, στο μαγικό βασίλειο της Χαλλουμολάνδης, υπήρχε ένα ζώο περήφανο και ξακουστό. Το αγρινό. Το αγρινό λοιπόν ήταν ένας κερασφόρος τριπηδίκουλας που πεταγόταν από βράχο σε βράχο με χάρη και ομορφιά. Ήταν τόσο σβέλτο και γρήγορο που εξεπέρασε τα όρια της Χαλλουμολάνδης και έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Αλλά, σταδιακά, άφησε την περηφάνεια του να το καταστρέψει. Διότι, στη Χαλλουμολάνδη υπήρχαν και λύκοι, πολλοί λύκοι.

Εγυροφέρναν το για χρόνια πολλά, αγέλες-αγέλες, κάθε δόντι τους ανυπόμονο να βυθίστει μέσα στη σάρκα του αγρινού. Και το αγρινό παρόλο που επρόσεχε πολλά το κοπάδι του και δεν άφησε ποτέ να του συμβεί κάτι, ήθελε όλο και παραπάνω γρασίδι, ήταν ακόρεστη η πείνα του. Αντί να μένει στα χαμηλά λειβάδια, επροτίμα να ανεβαίνει το βουνό της Ύβρις, για να χορτάσει με το δυσεύρετο χορτάρι της Θείας Επιχορήγησης. Μα μια ημέρα, το αγρινό εδιαπίστωσε ότι το χορτάρι έλειψε και επροσπάθησε πανικόβλητο να κατεβεί στην πεδιάδα. Ήταν αργά. Ήταν πλέον τόσο ψηλά που δεν είχε χώρο να τρέξει για να γλυτώσει από τους λύκους. Έδωκε πάνω του η αγέλη και δεν άφησε ούτε μιτοχόνδριο. Και έτσι το περήφανο αγρινό, άφησε το μάταιο τούτο κόσμο.

Εντωμεταξύ στα χαμηλά, το κοπάδι του αγρινού, αισθανόμενο το θάνατο του αρχηγού τους, άρχισε να βελάζει σε πανικό. “Μπεεεεεεεε μπεεεεεεεεεε, ποιιοοοοος θα μααααας μετακινεί τώωωωωωρααααα στα λειβάαααααααδιαααα??”

Και ξάφνου εμφανίστηκε η τσιπούρα, ως από μηχανής ψάρι. Η τσιπούρα ερχόταν από τη θάλασσα του Λαμογαίου που ήταν επικράτεια του βασιλείου της Ψωροκώσταινας.

“Χαλλουμολανδίτες, Χαλλουμολανδίτισσες, εγώ θα σας μετακινώ στα λειβάδια. Το θεωρώ καθήκον μου, τώρα που πέθανε το αγρινό σας και δεδομένης της άρρηκτης φιλίας μεταξύ Ψωροκώσταινας και Χαλλουμολάνδης, να σας οδηγήσω. Δεν θέλω ανταλλάγματα. Για τώρα…”

Το κοπάδι άρχισε να σφυρίζει και να αποθεώνει την τσιπούρα, καθώς αυτή έβγαζε λεφτά για να πληρώσει τους λύκους.

Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καυλύτερα.

Είμαι ο Πανίκκος. Ομοιότητες με την πραγματικό…γαμώ το γαμήσι μου, ούτε να το γράψω εν μπορώ.

Aπό: Panic Joyglow

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY