Γιατί η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου δεν βλάπτει την απασχόληση

Από: Frank Lavin*

Η διοίκηση του Donald Trump φαίνεται ότι έχει δεσμευτεί να αποδυναμώσει, αν όχι να τερματίσει, την Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών της Βόρειας Αμερικής (North American Free Trade Agreement, NAFTA), αναφέροντας την πτώση της αυτοκινητοβιομηχανίας ως παράδειγμα της υποτιθέμενης αποτυχίας της συμφωνίας. Όπως σημείωσε ο υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Wilbur Ross, [1] στην εφημερίδα The Washington Post, το ποσοστό των εισαγωγών αυτοκινήτων από το Μεξικό που χρησιμοποίησαν εισροές από τις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ουσιαστικά μειωθεί μετά την NAFTA και, ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι η συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών έχει χαλάσει. Η διοίκηση Trump πρότεινε τώρα την άνοδο των «κανόνων προέλευσης» (rules of origin) για τα οχήματα της NAFTA από 62,5% σε 85%. Με άλλα λόγια, τουλάχιστον το 85% ενός αυτοκινήτου πρέπει να κατασκευάζεται σε μια χώρα της NAFTA για να χαρακτηριστεί αυτό το αυτοκίνητο ως αφορολόγητο [duty-free, ελεύθερο δασμών στην κυριολεξία].

15112017-1.jpg

Μέλος του σωματείου United Auto Workers εργάζεται σε ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο Chevrolet Volt στο εργοστάσιο συναρμολόγησης Detroit-Hamtramck της General Motors, στο Hamtramck, στο Michigan, στις 27 Ιουλίου 2011. REBECCA COOK / REUTERS
—————————————————————————

Το επιχείρημα αυτό οδήγησε σε μεγάλη συζήτηση σχετικά με τη μεθοδολογία [2] και τα δεδομένα [3] που επέλεξε ο Ross, αλλά βάζοντάς τα αυτά στην άκρη, υπάρχουν τρεις θεμελιώδεις λόγοι για τους οποίους η άποψη του υπουργού Ross είναι απλά κακή για την οικονομία.

Πρώτον, η έμφαση στην εμπορική ισορροπία και στις επιδόσεις ενός τομέα σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιολογούν μια εμπορική συμφωνία που δεν βασίζεται στους κανόνες αλλά στα αποτελέσματα. Μια προσέγγιση που βασίζεται στους κανόνες επιτρέπει στις κυβερνήσεις να επικεντρωθούν στα πρότυπα, στην διαφάνεια και στην επιβολή, προκειμένου να διατηρήσουν το εμπορικό περιβάλλον δίκαιο. Από την άλλη πλευρά, μια προσέγγιση βασισμένη στα αποτελέσματα, σηματοδοτεί ότι ακόμα και αν το εμπόριο είναι δίκαιο, μια κυβέρνηση θα εμποδίσει τον ανταγωνισμό εάν δεν είναι ευχαριστημένη με τα αποτελέσματα. Αυτό δεν είναι υπεράσπιση της οικονομίας των ΗΠΑ, αλλά παράδοση [των όπλων] της. Αντί να λέει στον κόσμο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδιαφέρονται για την καλύτερη τεχνολογία και [τις καλύτερες] ιδέες από όλο τον κόσμο, μια προσέγγιση με βάση τα αποτελέσματα διαλαλεί το ενδιαφέρον για την αγορά ξένων προϊόντων και ιδεών μόνο στον βαθμό που μπορούν [οι ΗΠΑ] να πουλήσουν την ίδια αξία αγαθών στο εξωτερικό. Η ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να αναπτύσσουν την οικονομία τους θα περιοριζόταν όχι από την φιλοδοξία ή την όρεξή τους, αλλά από τις ορέξεις άλλων χωρών. Μπορεί να είναι έξυπνο μόνο στο βαθμό που οι εμπορικοί εταίροι τους είναι έξυπνοι.

Η πίστη στο ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο σημαίνει ότι οι πολιτικές βασίζονται σε ισοδύναμη πρόσβαση, όχι σε ισοδύναμα αποτελέσματα. Δεν θα πρέπει να υπάρχει προϋπόθεση σε ένα δίκαιο σύστημα να αγοράζει το Μεξικό ακριβώς την ίδια αξία αυτοκινήτων από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως αγοράζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες από το Μεξικό. Η λογική της αγοράς μάς λέει ότι σε ένα δίκαιο σύστημα, οι εμπορικές προτιμήσεις θα ευνοήσουν πιθανώς ορισμένες επιχειρήσεις έναντι άλλων. Κάποιος από το Μεξικό μπορεί να αγοράσει πολυτελή κατοικία στη Νέα Υόρκη, επειδή ταιριάζει με τον τρόπο ζωής και τον προϋπολογισμό του ή της. Είναι τώρα ο κατασκευαστής που πώλησε την κατοικία υποχρεωμένος να αγοράσει ισοδύναμη αξία δομικών υλικών από το Μεξικό; Υπάρχει τουλάχιστον ένας κατασκευαστής της Νέας Υόρκης –ο Trump- ο οποίος πιθανότατα θα διαφωνούσε [με το τελευταίο επιχείρημα].

Ο Ross εξισώνει την γενική ιδέα μιας «δουλειάς» με τη μονιμότητα κάποιου σε ένα συγκεκριμένο είδος εργασίας˙ στην προκειμένη περίπτωση, εκείνη ενός εργαζομένου στην συναρμολόγηση αυτοκινήτων. Αλλά η εμμονή σε ένα είδος εργασίας μπορεί να υπονομεύσει την δημιουργία θέσεων εργασίας συνολικά. Η Ιαπωνία αποτελεί ένα καλό μάθημα για το πώς μπορεί να συμβεί αυτό. Στην δεκαετία του 1960, το Τόκιο αποφάσισε να κλειδώσει την οικονομία του στο πρότυπο απασχόλησης εκείνης της εποχής. Η λογική ήταν ότι όλοι όσοι απασχολούνται σήμερα θα κρατούσαν την δουλειά τους αύριο. Αυτό λειτουργεί όσο δεν υπάρχει «αύριο». Η Ιαπωνία δεν υιοθέτησε ποτέ την ευελιξία της αγοράς εργασίας που θα επέτρεπε στους εργαζόμενους να μετακινούνται σε περιοχές της οικονομίας που αναπτύσσονταν. Η ιδέα του Ross θα έθετε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παρόμοια θέση. Θεωρεί ουσιαστικά ότι οι Αμερικανοί εργάτες θα πρέπει να συνεχίσουν να παράγουν τάσια (hubcaps) για πάντα, ακόμα και αν αυτά τα τάσια παράγονται πιο αποτελεσματικά αλλού.

Αλλά ο σκοπός της εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ δεν είναι να διασφαλιστεί ότι κάθε σημερινή αμερικανική δουλειά θα διατηρηθεί για πάντα, αλλά να εγγυηθεί δίκαιους εμπορικούς κανόνες. Για να αναπτυχθεί η οικονομία, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι πρέπει να προσαρμοστούν στις εξελισσόμενες εργασιακές πρακτικές, στις προτιμήσεις των καταναλωτών και στην τεχνολογία, και το συγκριτικό πλεονέκτημα θα αλλάξει επίσης. Όταν οι θέσεις εργασίας και οι βιομηχανίες μετακινούνται στο εξωτερικό, αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην σημάδι παρακμάζουσας οικονομίας. Η τάση αυτή καθίσταται προβληματική μόνο εάν η οικονομία των ΗΠΑ δεν δημιουργεί ταυτόχρονα καινούργιες θέσεις εργασίας, δεν ενισχύει τις νεοσύστατες επιχειρήσεις (start-ups) και δεν προωθεί την ανάπτυξη των επιχειρήσεων -ή εάν ένα άλλο εμπορευόμενο έθνος δεν ανταγωνίζεται δίκαια. Πράγματι, κάθε προηγμένη οικονομία στον κόσμο σήμερα έχει επιτύχει ευημερία με το να επιτρέπει στις θέσεις εργασίας να μετακινούνται στο εξωτερικό ακόμη και όταν δημιουργούνται περισσότερες θέσεις εργασίας εγχωρίως. Και αν μια χώρα παραβιάζει τους κανόνες του εμπορίου, υπάρχουν νομικές και πολιτικές απαντήσεις για την αντιμετώπιση αυτών των παραβιάσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, αν το Μεξικό κάνει περισσότερες εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν περισσότερα συστήματα οχημάτων χωρίς οδηγό για να εξαχθούν στο Μεξικό, και οι δύο οικονομίες μπορούν να προχωρήσουν μπροστά. Αλλά ο υπουργός Ross φαίνεται να μελετά μόνο την προηγούμενη κατάσταση.

Δεύτερον, το ότι μια τάση ακολουθεί μια νέα πολιτική δεν σημαίνει ότι αυτή η πολιτική προκάλεσε την τάση. Η ψήφιση της NAFTA δεν οδήγησε απαραιτήτως στην πτώση της απασχόλησης στην αυτοκινητοβιομηχανία μόνο επειδή το ένα ακολουθούσε το άλλο. Είναι πιθανό ότι η NAFTA ίσως ακόμα και να βοήθησε την βιομηχανία. Από την δεκαετία του 1950, η παραγωγή αυτοκινήτων αυξήθηκε ταχύτερα εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών απ’ όσο στο εσωτερικό τους. Γιατί η NAFTA να αντιστρέψει αυτό το μοτίβο; Μάλιστα, η NAFTA ενδέχεται να έχει επιβραδύνει την πτώση της αυτοκινητοβιομηχανίας με το να παρέχει επιπλέον αξία σε εκείνους που εντάσσουν το Μεξικό στην αλυσίδα εφοδιασμού τους. Έτσι, μια αμερικανική εταιρεία που μετατοπίζει, για παράδειγμα, το 10% της παραγωγής της στο Μεξικό, καταλήγει με χαμηλότερα κόστη και μπορεί να επιτύχει μια αύξηση πωλήσεων κατά 15%. Η συνολική απασχόληση αυξάνεται σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και όταν κάποιες θέσεις μετακινούνται στο εξωτερικό.

Τέλος, η προσέγγιση του Trump, α λα Ross, έχει σημαντικά κόστη ευκαιρίας. Η έμφαση επί των αποτελεσμάτων αντί των κανόνων απομακρύνει το Υπουργείο Εμπορίου από αυτό που μπορεί να κάνει καλύτερα: Να εντοπίζει και να καταργεί τα εμπόδια στο εμπόριο βελτιώνοντας και εκσυγχρονίζοντας τη NAFTA, όχι αποδυναμώνοντάς την. Για παράδειγμα, το Υπουργείο Εμπορίου θα μπορούσε να προσπαθήσει να διασφαλίσει ότι οι αμερικανικές και οι μεξικανικές εταιρείες πωλούν ηλιακή ενέργεια οι μεν στα δίκτυα των δε. Θα μπορούσε να βοηθήσει τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ να πωλούν διαδικτυακά σειρές μαθημάτων σε φοιτητές στο Μεξικό. Και θα μπορούσε να εντοπίσει τους φραγμούς που εμποδίζουν τις τράπεζες των ΗΠΑ να προσφέρουν χρηματοπιστωτικά προϊόντα στο Μεξικό.

Το ελεύθερο εμπόριο θα αποφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα όταν οι επιχειρήσεις έχουν την όρεξη να εισέλθουν σε νέες αγορές και η κυβέρνηση υποστηρίζει την ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Μια κυβέρνηση που επικεντρώνεται αποκλειστικά στις σημερινές θέσεις εργασίας ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τις αυριανές.

*Ο FRANK LAVIN είναι διευθύνων σύμβουλος της Export Now και πρώην υφυπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, αρμόδιος για το Διεθνές Εμπόριο.

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY