Πού κάνει λάθος η Δύση για την οικονομία της Κίνας

Χρέος, εμπόριο και διαφθορά

Λίγες χώρες συγκεντρώνουν τόσο μεγάλη προσοχή όσο η Κίνα [2]. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Η αξιοσημείωτη οικονομική άνοδός της κλονίζει την γεωπολιτική ισορροπία του κόσμου, καθώς εγείρει ερωτήματα σχετικά με την καθολικότητα βασισμένου στην αγορά καπιταλισμού και των δημοκρατικών κανόνων [3]. Με την σειρά της, η Κίνα έχει γίνει το αλεξικέραυνο για κάθε είδους άγχος. Για παράδειγμα, ο Λευκός Οίκος κατηγόρησε την Κίνα για τα τεράστια εμπορικά ελλείμματα των Ηνωμένων Πολιτειών, παρ’όλο που δεν υπάρχει άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών των ελλειμμάτων και των πλεονασμάτων της Κίνας. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά πράγματα σχετικά με την Κίνα για τα οποία οι αναλυτές των ΗΠΑ κάνουν λάθος.

15092017-1.jpg

Ένα αερόστατο πάνω από την Tianjin, στην Κίνα, τον Ιούλιο του 2017. STRINGER / REUTERS
——————————————————-

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Για το ευρύ κοινό, υπάρχουν δυσκολίες στην εξαγωγή των κατάλληλων συμπερασμάτων σχετικά με μια χώρα τόσο μεγάλη και περιφερειακά τόσο ποικιλόμορφη όσον αφορά την κατανομή των φυσικών πόρων και των εμπορικών δραστηριοτήτων της. Και τα συναισθήματα σχεδόν πάντα σκιάζονται από τις διαφορές στην ιδεολογία, τις αξίες και τον πολιτισμό.

Για τους μελετητές, εν τω μεταξύ, οι αντικρουόμενες απόψεις προέρχονται από την έλλειψη ενός συμφωνημένου πλαισίου για την ανάλυση της οικονομίας της Κίνας [4]. Πριν από δεκαετίες, κατά την περίοδο της ακμής της Σοβιετικής Ένωσης, τα πανεπιστήμια δίδασκαν μαθήματα σχετικά με τις κεντρικά σχεδιασμένες ή «μεταβατικές» οικονομίες ως επιστημονική ύλη. Με την διάλυση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, αυτό το σώμα ανάλυσης ξεθώριασε. Σήμερα, η Κίνα μελετάται ως αναπτυσσόμενη οικονομία, όμως δεν είναι τέτοια. Οι στενοί δεσμοί μεταξύ των οικονομικών, φορολογικών, εμπορικών και κοινωνικών συστημάτων της, την καθιστούν έναν εντελώς διαφορετικό οργανισμό.

Δεδομένης της έλλειψης κατάλληλου πλαισίου για την ανάλυση της Κίνας, οι προβλέψεις για το μέλλον της διαφέρουν σε τεράστιο βαθμό. Μεταξύ των πολλών δημοφιλών πεποιθήσεων είναι ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους της Κίνας θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε χρηματοπιστωτική κρίση (αλλά το χρέος της ως μερίδιο του ΑΕΠ την τοποθετεί γύρω στην μέση των μεγάλων οικονομιών)˙ ότι η διαφθορά έχει αρνητικές συνέπειες [5] στην ανάπτυξη της Κίνας (αλλά η εμβάθυνση της διαφθοράς έχει διευκολύνει παρά εμποδίσει την ανάπτυξη)˙ ότι είναι αδύνατο για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ να ανταγωνίζονται με την Κίνα επειδή οι μισθοί τους είναι τόσο χαμηλοί (ωστόσο οι κινεζικοί μισθοί έχουν αυξηθεί στο πενταπλάσιο από τα μέσα της δεκαετίας του ’90)˙ και ότι οι αμερικανικές εταιρείες επενδύουν πολύ στην Κίνα, κάτι που είναι μια διαρροή για τις θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες (αλλά λιγότερο από το 2% των ξένων επενδύσεων της Αμερικής κατά την τελευταία δεκαετία πήγε όντως στην Κίνα).

Εάν η ανάλυση είναι λάθος, τότε είναι πιθανό ότι οι αντιδράσεις της Δυτικής πολιτικής είναι το ίδιο.

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΧΡΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ

Για πολλά χρόνια, οι ετήσιες δημοσκοπήσεις της Pew και της Gallup ανέφεραν ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί βλέπουν την Κίνα ως την κορυφαία παγκόσμια οικονομική δύναμη. Οι Ευρωπαίοι, ως επί το πλείστον, μοιράζονται αυτήν την άποψη. Ωστόσο, όσοι βρίσκονται στον υπόλοιπο κόσμο, προσδιορίζουν σωστά τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την κορυφαία οικονομική δύναμη του κόσμου. Η αντίληψη είναι σημαντική˙ οι πολιτικοί επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από το πού μένουν και από τα συναισθήματα των ψηφοφόρων τους.

Γιατί υπάρχει μια τέτοια διχογνωμία μεταξύ των απόψεων των αναπτυγμένων και των αναπτυσσόμενων χωρών; Η απάντηση προέρχεται από την ανησυχία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης με τα τεράστια εμπορικά τους ελλείμματα με την Κίνα, ως μια ένδειξη οικονομικής αδυναμίας. Συνολικά, ο υπόλοιπος κόσμος δημιουργεί εμπορικά πλεονάσματα με την Κίνα και πολλές χώρες συνειδητοποιούν ότι η οικονομική ισχύς προέρχεται περισσότερο από την δύναμη των οικονομικών θεσμών ενός έθνους και από το βάθος του ανθρώπινου κεφαλαίου του, παρά από το εμπόριο και μόνο.

Για εκείνους με μεγαλύτερη ιδεολογική κλίση, η οικονομική υπεροχή της Κίνας απειλεί τις αρχές του Δυτικού πολιτικού φιλελευθερισμού -που βασίζεται στις ελεύθερες αγορές, στην δημοκρατία και στην ιερότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτές οι ανησυχίες συχνά εμφανίζονται ως μια συζήτηση σχετικά με τους ρόλους του κράτους έναντι της αγοράς ή την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στις ατομικές ελευθερίες έναντι της συλλογικής δράσης. Οι σχετικές θέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας έχουν γίνει καρικατούρες, αν και μπορεί να έχουν περισσότερα κοινά από όσα αντιλαμβάνονται πολλοί, από την άποψη των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν.

15092017-2.jpg

Ώρα αιχμής στο Πεκίνο, τον Νοέμβριο του 2016. JASON LEE / REUTERS
————————————————————–

Στην Δύση, η συζήτηση για την αγορά έναντι του κράτους πήρε πιο επείγοντα χαρακτήρα μετά την οικονομική κρίση του 2007-08, όταν οι μεγάλες Δυτικές οικονομίες σκόνταψαν άσχημα ενώ η Κίνα εξακολούθησε να είναι σταθερή. Οι επικριτές του κινεζικού μοντέλου [6] βρήκαν να κατηγορήσουν την Κίνα για τα δεινά της Δύσης. Προειδοποίησαν για την ανισόρροπη ανάπτυξή της (όπως μετράται από το εξαιρετικά χαμηλό μερίδιο της προσωπικής κατανάλωσης σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της και τις υψηλές επενδύσεις προς το εξωτερικό), γεγονός που θα καθιστούσε δυσκολότερη την ανάκαμψη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης. Μακροπρόθεσμα, η ανισορροπία θα έβλαπτε ακόμη και την ίδια την Κίνα. Έτσι, σύμφωνα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, και τώρα τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, η Ουάσιγκτον προτρέπει το Πεκίνο να αυξήσει την κατανάλωση εάν η Κίνα θέλει να επιτύχει status υψηλού εισοδήματος – για να ξεφύγει από την λεγόμενη παγίδα του μέσου εισοδήματος.

Παρ’όλο που ο όρος «ισορροπημένη» ακούγεται καλά και ο «μη ισορροπημένη» άσχημα, αυτές οι αντιλήψεις είναι λανθασμένες. Η μη ισορροπημένη ανάπτυξη είναι μια αναπόφευκτη αλλά ακούσια συνέπεια μιας πολύ επιτυχημένης διαδικασίας μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η μείωση της κατανάλωσης ως μερίδιο του ΑΕΠ και η αντίστοιχη αύξηση των επενδύσεων προέρχονται στην πραγματικότητα από την κυκλοφορία των εργαζομένων που μεταναστεύουν από αγροτικές δραστηριότητες με ένταση εργασίας σε πιο βιομηχανικές θέσεις απασχόλησης στις πόλεις. Στην διαδικασία, το μερίδιο της κατανάλωσης στο ΑΕΠ μειώνεται αυτόματα, αν και η κατανάλωση ανά άτομο ή νοικοκυριό αυξάνεται. Στις χώρες με πλεόνασμα εργασίας όπως η Κίνα, οι αγρότες καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος αυτού που παράγουν. Έτσι, το μερίδιο της κατανάλωσης σε σχέση με την γεωργική παραγωγή είναι υψηλό. Όταν ο αγρότης μετακομίζει σε μια αστική βιομηχανική δουλειά, όπως είναι η συναρμολόγηση ηλεκτρονικών υπολογιστών, πληρώνεται έναν μισθό που είναι πολλαπλάσιος από αυτόν που κέρδιζε προηγουμένως στην γεωργία. Έτσι, η προσωπική του κατανάλωση αυξάνεται σημαντικά. Αλλά το κόστος εργασίας (και κατά συνέπεια η προσωπική κατανάλωση) ως μερίδιο της αξίας ενός βιομηχανικού προϊόντος είναι σχετικά μικρό σε σύγκριση με το κόστος των εξαρτημάτων και του εργοστασίου. Έτσι, η σταθερή μεταφορά εργατικού δυναμικού από την γεωργία στην βιομηχανία οδηγεί σε μείωση του μεριδίου της κατανάλωσης στο ΑΕΠ, αλλά στην αύξηση της κατανάλωσης ανά εργαζόμενο. Η μη ισορροπημένη ανάπτυξη οδήγησε επομένως σε αύξηση των βιοτικών επιπέδων των νοικοκυριών και στο ότι η Κίνα κατέστη μια σημαντική παραγωγική και εμπορική δύναμη -όπως έκανε κάποτε για την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα και πριν από έναν αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πέραν της αποκαλούμενης ανισόρροπης ανάπτυξης, οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές επίσης είχαν εμμονή με την αναλογία του χρέους προς το ΑΕΠ της Κίνας και μιας φούσκας [των τιμών] των ακινήτων. Εμπειρογνώμονες όπως ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Kenneth Rogoff, και οργανισμοί όπως η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) και η Moody’s, έχουν προειδοποιήσει ότι όλες οι οικονομίες που έχουν υποστεί συγκρίσιμες αυξήσεις χρέους έχουν βιώσει μια οικονομική κρίση και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο η Κίνα πρέπει να είναι διαφορετική.

Ωστόσο, η Κίνα είναι στην πραγματικότητα διαφορετική -όχι επειδή είναι ανοσοποιημένη στις οικονομικές πιέσεις, αλλά λόγω της δομής του οικονομικού της συστήματος. Οι πιο αισιόδοξοι παρατηρητές επισημαίνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της Κίνας [7] είναι δημόσιο και όχι ιδιωτικό, προέρχεται από εγχώριες και όχι από εξωτερικές πηγές, και ότι οι ισολογισμοί των νοικοκυριών είναι συνήθως ισχυροί. Αλλά ούτε οι αισιόδοξοι ούτε οι απαισιόδοξοι αναγνωρίζουν ότι, πριν από μια δεκαετία, η Κίνα δεν διέθετε σημαντική αγορά ιδιωτικών ακινήτων. Μόλις δημιουργήθηκε η αγορά, η πίστωση ξεχύθηκε να καθιερώσει βασισμένες στην αγορά αξίες γης -η αξία της οποίας ήταν προηγουμένως κρυμμένη σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα. Η πενταπλάσια αύξηση των τιμών των ακινήτων την τελευταία δεκαετία είναι η συνέπεια.

Το ερώτημα τώρα είναι αν οι τρέχουσες τιμές των περιουσιακών στοιχείων είναι βιώσιμες. Εάν δεν είναι, μια κρίση χρέους είναι εύλογη. Με αυτό τον τρόπο, το σύνολο των κατοικιών έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια και η οικονομική προσιτότητά τους έχει βελτιωθεί. Πολλοί αναλυτές έχουν συγκρίνει τις τιμές των κατοικιών της Κίνας με άλλες μεγάλες πόλεις για να αποκτήσουν την αίσθηση του εάν είναι υπερβολικά υψηλές. Αλλά συνήθως αυτές οι συγκρίσεις είναι με πολύ πιο πλούσιες πόλεις όπως το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη και το Τόκιο. Λίγοι συνειδητοποίησαν ότι σε σύγκριση με την Ινδία, οι τιμές στις μεγαλουπόλεις της Κίνας είναι στην πραγματικότητα πολύ χαμηλότερες.

Η οικονομική κατάσταση της Κίνας απαιτεί σοβαρή προσοχή, αλλά δεν είναι σε κρίση, όπως υποδεικνύουν ορισμένοι παρατηρητές. Αν και το κρατικό τραπεζικό σύστημα της Κίνας υπήρξε υπερβολικά χαλαρό στις πιστωτικές πρακτικές του, οι υπερβολικές πιέσεις για πιστωτική επέκταση προέρχονται από τις τοπικές κυβερνήσεις, οι οποίες δεν έχουν την εξουσία να αυξήσουν τα έσοδα που χρειάζονται για την χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών και των υποδομών, για να υποστηρίξουν μια γρήγορα αναπτυσσόμενη οικονομία. Έχουν επιβιώσει μόνο επειδή ήταν σε θέση να δανειστούν από κρατικές τράπεζες για την χρηματοδότηση αυτών των δαπανών. Έτσι, το πρόβλημα του χρέους της Κίνας δεν είναι τόσο σημάδι τυπικών τραπεζικών προβλημάτων, αλλά μάλλον η συνέπεια ενός αδύναμου δημοσιονομικού συστήματος.

15092017-3.jpg

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και ο πρόεδρος της Κίνας, Xi Jinping, στο Palm Beach της Φλόριντα, τον Απρίλιο του 2017. CARLOS BARRIA / REUTERS
——————————————————-

ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ

Για πολλούς παρατηρητές της Κίνας, η επιδείνωση των κοινωνικών εντάσεων αποτελεί τον πραγματικό κίνδυνο για την χώρα. Τις τελευταίες δεκαετίες, η εισοδηματική ανισότητα [8] αυξήθηκε ταχύτερα στην Κίνα από όσο σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη οικονομία, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος έγινε πηγή κοινωνικών διαμαρτυριών και η επιδείνωση της διαφθοράς θεωρείται ότι παρεμποδίζει την ανάπτυξη και αποσταθεροποιεί το σύστημα.

Οι προσπάθειες για την ενίσχυση των φτωχότερων περιφερειών και για την ανανέωση των κοινωνικών προγραμμάτων αρχίζουν να μετριάζουν τις εισοδηματικές ανισότητες. Η κυβέρνηση αρχίζει επίσης να αντιμετωπίζει τις περιβαλλοντικές ανησυχίες, διότι η άνοδος μιας πιο ανήσυχης μεσαίας τάξης [9] το έχει καταστήσει αυτό μια πολιτική επιταγή. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της διαφθοράς αποκάλυψε μια δυνητική σύγκρουση μεταξύ πολιτικών και οικονομικών στόχων. Ο Κινέζος πρόεδρος, Xi Jinping, βλέπει την σύλληψη της διαφθοράς ως αποφασιστικής σημασίας για την διατήρηση της νομιμοποίησης του Κομμουνιστικού Κόμματος, ενώ οι οικονομολόγοι, είτε είναι Κινέζοι είτε Δυτικοί, θεωρούν ότι είναι απαραίτητη για την διατήρηση της ταχείας ανάπτυξης. Αλλά αυτοί οι στόχοι δεν είναι συμβατοί.

Η διαφθορά λέγεται ότι εμποδίζει την ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, διότι επιβραδύνει τις επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές. Αλλά η Κίνα είναι διαφορετική, διότι το κράτος ελέγχει όλους τους σημαντικούς πόρους όπως η γη, η χρηματοδότηση και το δικαίωμα εκμετάλλευσης εμπορικών δραστηριοτήτων. Δεδομένου ότι η ιδιωτικοποίηση των πόρων αυτών δεν είναι πολιτικά ρεαλιστική, η διαφθορά επιτρέπει την μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης αυτών των περιουσιακών στοιχείων σε ιδιωτικά συμφέροντα μέσω επίσημων ή ανεπίσημων συμβολαιακών ρυθμίσεων με κομματικούς και τοπικούς αξιωματούχους. Μια τέτοια διευθέτηση ενθαρρύνει τις επενδύσεις στις υποδομές και την βιομηχανική επέκταση προς υποστήριξη της ανάπτυξης, και οι δύο πλευρές μοιράζονται τα κέρδη. Είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο η Κίνα έχει πάει τόσο καλά οικονομικά, παρ’όλο που δεν διαθέτει ισχυρά θεσμικά όργανα και κράτος δικαίου.

Ωστόσο, καθώς η οικονομία της Κίνας καθίσταται περισσότερο προσανατολισμένη στις υπηρεσίες και πολύπλοκη, και η δημόσια δυσαρέσκεια με τις ανισότητες των διεφθαρμένων συμπεριφορών εντείνεται, η διατήρηση της ανάπτυξης μπορεί να απαιτεί την απομάκρυνση του κόμματος από τον κυρίαρχο ρόλο του στον έλεγχο της πρόσβασης σε πόρους και οικονομικές ευκαιρίες.

Πέρα από τις εθνικές και διεθνείς επενδύσεις, το διεθνές εμπόριο αποτελεί άλλο ένα ζήτημα ανησυχίας. Πολλοί Αμερικανοί συμμερίζονται τα αισθήματα του Trump και των βασικών συμβούλων του ότι τα τεράστια εμπορικά ελλείμματα της Αμερικής συνδέονται στενά με τα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα της Κίνας. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ των δύο.

Όπως έγραψε ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων, καθηγητής του Harvard, Martin Feldstein: «κάθε σπουδαστής των οικονομικών γνωρίζει ή πρέπει να γνωρίζει ότι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κάθε χώρας [10] καθορίζεται εντός των δικών του συνόρων και όχι από τους εμπορικούς του εταίρους». Οι βασικές λογιστικές αρχές μάς λένε ότι το συνολικό εμπορικό έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι αποτέλεσμα έλλειψης εθνικών αποταμιεύσεων σε σχέση με τις δαπάνες που οφείλονται στα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα, και στα νοικοκυριά που καταναλώνουν πέραν των δυνατοτήτων τους. Οι χώρες που εμφανίζονται ως ότι είναι η πηγή των αντισταθμιστικών εμπορικών πλεονασμάτων είναι συμπτωματικές.

Πώς μπορεί αυτό να εξηγηθεί διαισθητικά στον μη οικονομολόγο; Μια προσεκτική ματιά στις ιστορικές τάσεις παρέχει μια απάντηση. Το εμπορικό έλλειμμα της Αμερικής έγινε σημαντικό στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και άρχισε μόνο να μετριάζεται γύρω στο 2007. Ωστόσο, τα εμπορικά πλεονάσματα της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν σημαντικά μέχρι το 2004-05. Πώς θα μπορούσε η Κίνα να είναι υπεύθυνη για τα εμπορικά ελλείμματα της Αμερικής όταν τα τεράστια ελλείμματα της Αμερικής εμφανίστηκαν πολύ πριν από τα τεράστια πλεονάσματα της Κίνας;

Η σύγχυση προέρχεται από το ότι η Κίνα είναι το τελικό σημείο συναρμολόγησης για εξαρτήματα που παράγονται από άλλες ασιατικές χώρες. Στην δεκαετία του 1990, τα διμερή εμπορικά ελλείμματα της Αμερικής επικεντρώνονταν στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ανατολικής Ασίας. Το μερίδιο των αμερικανικών μεταποιητικών εισαγωγών από την Ασία δεν άλλαξε με την πάροδο του χρόνου, αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους μεταφέρθηκε στην Κίνα, αφού η χώρα έγινε η τελευταία στάση στο περιφερειακό δίκτυο παραγωγής, στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Η συμβατική σοφία υποδηλώνει επίσης ότι πάρα πολλές αμερικανικέ Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ, foreign direct investment, FDI) πηγαίνουν στην Κίνα, με αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας και την μείωση της ανταγωνιστικότητας [στις ΗΠΑ]. Ωστόσο, παρ’όλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είναι οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες παγκοσμίως, μόνο το ένα ή το δύο τοις εκατό των άμεσων ξένων επενδύσεων των ΗΠΑ έχει περάσει στην Κίνα κατά την τελευταία δεκαετία. Από την άλλη πλευρά, μόνο το 3% ή 4% των εξωτερικών επενδύσεων της Κίνας κατευθύνθηκε στην Αμερική.

Η ύπαρξη των φορολογικών παραδείσων [11] σημαίνει ότι οι πραγματικοί αριθμοί είναι πιθανόν υψηλότεροι, αλλά δείτε την ΕΕ, η οποία είναι συγκρίσιμη με τις ΗΠΑ σε οικονομικό μέγεθος. Κατά την τελευταία δεκαετία, οι ετήσιες ροές ευρωπαϊκών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων από και προς την Κίνα ήταν περίπου δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και ξεκίνησαν περίπου από τα ίδια επίπεδα πριν από μια δεκαετία. Η διαφορά είναι ότι οι βιομηχανικές δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πιο συμπληρωματικές προς τις ανάγκες της Κίνας από όσο εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι κορυφαίες εξαγωγές της ΕΕ στην Κίνα κυριαρχούνται από μηχανήματα και αυτοκίνητα, καθώς και καταναλωτικά αγαθά υψηλού επιπέδου. Τα προϊόντα αυτά απαιτούν ροές ΑΞΕ για την στήριξη της διείσδυσης και της εξυπηρέτησης της αγοράς.

Συγκριτικά, οι κορυφαίες κατηγορίες των εξαγωγών των ΗΠΑ προς την Κίνα κατά την τελευταία δεκαετία περιλαμβάνουν ελαιούχους σπόρους και σιτηρά και ανακυκλώσιμα απόβλητα (σκραπ μετάλλων και απορριπτόμενο χαρτί), που δεν οδηγούν σε άμεσες ξένες επενδύσεις. Η τρίτη κατηγορία είναι κατά κύριο λόγο τα προϊόντα αεροδιαστημικής της Boeing, αλλά η Boeing απέφευγε να ανοίξει επιχειρήσεις στην Κίνα μέχρι πρόσφατα, ενώ ο ευρωπαϊκός ανταγωνιστής της, η Airbus, είχε κατασκευαστικά κέντρα στην Κίνα από το 2008.

Όσον αφορά τις εξωτερικές επενδύσεις, η Ευρώπη είναι και πάλι πιο ελκυστική, διότι η Κίνα και η Ευρώπη είναι πιο συμπληρωματικές στις αντίστοιχες βιομηχανικές τους δομές από όσο η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπλέον, η ΕΕ είναι μια πολύ πιο εύκολη αγορά για να διεισδύσει η Κίνα, διότι προσφέρει μια μεγαλύτερη επιλογή εταίρων που ασχολούνται λιγότερο με ανησυχίες για την ασφάλεια. Εάν μια χώρα της ΕΕ περιορίσει την πρόσβαση στην αγορά της, μια κινεζική εταιρεία μπορεί και πάλι να εισέλθει μέσω μιας διαφορετικής χώρας-μέλους για να αποκτήσει πρόσβαση στην ευρύτερη αγορά της ΕΕ. Αν και είναι δυνατές οι εταιρικές σχέσεις με μεμονωμένες πολιτείες στις ΗΠΑ, η κυρίαρχη ομοσπονδιακή πολιτική είναι μειονεκτική για τους Κινέζους επενδυτές σε σχέση με το πιο ανοιχτό περιβάλλον που προσφέρει η ΕΕ.

Η προώθηση περισσότερων ΑΞΕ και προς τις δύο κατευθύνσεις θα ωφελήσει τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και την Κίνα. Αλλά η διοίκηση Trump μπορεί να αντισταθεί σε οποιαδήποτε συμφωνία θα ενθάρρυνε τις αμερικανικές επιχειρήσεις να επενδύσουν περισσότερο στο εξωτερικό. Για να προχωρήσει η διμερής επενδυτική συνθήκη, η οποία βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό διαπραγμάτευση, θα πρέπει να είναι ψηλά στην ατζέντα, ακόμη και αν δεν είναι πολιτικά βολική.

15092017-4.jpg

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο στο Zhuhai, στην Κίνα, τον Δεκέμβριο του 2016. VENUS WU / REUTERS
——————————————————-

ΟΧΙ ΠΑΙΓΝΙΟ ΜΗΔΕΝΙΚΟΥ ΑΘΡΟΙΣΜΑΤΟΣ

Κατά την αξιολόγηση της οικονομίας της Κίνας, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να είναι κάποιος θετικός ή αρνητικός. Αντί για αυτό, προκύπτει ένα πλαίσιο που οδηγεί σε καλύτερη κατανόηση της πραγματικότητας της Κίνας. Προς το παρόν, συνηθέστερα παρά σπανιότερα, η συζήτηση για την Κίνα αντικατοπτρίζει την εσφαλμένη ερμηνεία του ρόλου του κράτους όσον αφορά τον επηρεασμό της λήψης οικονομικών αποφάσεων στην Κίνα. Η Δυτική έννοια της οικονομίας βασίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων σε ανοικτές και ελεύθερες αγορές. Με μοναδικό τρόπο στην Κίνα, οι τοπικές κυβερνήσεις αποτελούν επίσης μέρος του ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος. Το Πεκίνο θέτει τις ευρείες παραμέτρους και οι πολιτικές εξισορροπούν με τρόπους που αψηφούν την παραδοσιακή σκέψη. Ο ανταγωνισμός στην Κίνα δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των πιέσεων που παράγονται από τις αγορές και τις επιχειρήσεις, αλλά μπορεί επίσης να προέρχεται από οντότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η μη ενσωμάτωση αυτών των παραγόντων στην ανάλυση οδηγεί σε παρεξήγηση του τι συμβαίνει στην Κίνα.

Είναι καλό για τον κόσμο το αν η Κίνα είναι σταθερή και προχωρά καλά οικονομικά. Η πρόοδος αυτή υποστηρίζεται καλύτερα εάν τα οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας αξιολογούνται και αντιμετωπίζονται με ακρίβεια. Η παρανόηση της φύσης του προβλήματος του χρέους, για παράδειγμα, με το να μην αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για ένα δημοσιονομικό πρόβλημα καθώς και ένα τραπεζικό ζήτημα, συμβάλλει σε λανθασμένες προσπάθειες. Η Κίνα έχει ένα από τα πιο περιοριστικά καθεστώτα όσον αφορά τις ξένες επενδύσεις στις υπηρεσίες. Η απελευθέρωση της πρόσβασης θα εξυπηρετούσε τις δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά θα προωθούσε και τον ανταγωνισμό και την ανταλλαγή γνώσεων που απαιτούνται για να γίνει η Κίνα πιο καινοτόμος. Συνεπώς, η συζήτηση θα πρέπει να αφορά λιγότερο τους τιμωρητικούς δασμούς και περισσότερο την διαπραγμάτευση μιας διμερούς επενδυτικής συνθήκης. Επιπλέον, αντί να υπάρχει ανησυχία για το μη ισορροπημένο αναπτυξιακό μοντέλο της Κίνας, θα έπρεπε να δοθεί έμφαση στο να πεισθεί η Κίνα να παραχωρήσει στους εργαζόμενους που μεταναστεύουν από την ύπαιθρο προς τις πόλεις πλήρη πρόσβαση στις κοινωνικές και οικονομικές υπηρεσίες που παρέχονται στους κατοίκους των αστικών κέντρων. Κάτι τέτοιο δικαιολογείται για λόγους ισότητας, αλλά θα προωθούσε επίσης την ανάπτυξη της ατομικής κατανάλωσης και θα βοηθούσε στην συγκράτηση των εμπορικών πλεονασμάτων της Κίνας, χαλαρώνοντας έτσι τις παγκόσμιες εμπορικές εντάσεις. Τέλος, στο γεωπολιτικό επίπεδο, οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των εθνών μπορούν και όντως δημιουργούν ανησυχίες, αλλά τελικά η επίλυσή τους δεν πρέπει να είναι παιχνίδι με μηδενικό άθροισμα.

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY