Το πρόβλημα ετοιμότητας της Ευρώπης

Γιατί οι στρατοί της ηπείρου είναι αργοί -και τι πρέπει να γίνει γι’ αυτό

Ας πούμε ότι έγινε εισβολή στην Λετονία. Οι σύμμαχοί της, φυσικά, θα ήθελαν να απαντήσουν αμέσως. Ο πρώτος που θα βγει μπροστά είναι πιθανότατα η Κοινή Ομάδα Δράσης Πολύ Υψηλής Ετοιμότητας του NATO ή VJTF (Very High Readiness Joint Task Force) [1], μια ταχείας αντίδρασης ομάδα 5.000 στρατιωτών. Μαζί με την αεροπορική δύναμη του ΝΑΤΟ [2], η VJTF θα αναπτυχθεί γρήγορα για να βοηθήσει τους Λετονούς και την 1.100 στρατιωτών ομάδα μάχης Enhanced Forward Presence (Ενισχυμένη Προωθημένη Παρουσία) που σταθμεύει στην χώρα. Μετά από αυτό, ωστόσο, οι σύμμαχοι της Λετονίας [3] θα ταλαιπωρηθούν για να στείλουν γρήγορα μια μεγάλη δύναμη ως ακολουθία. Logistics, μη διαθέσιμα στρατεύματα και εξοπλισμός, λήψη αποφάσεων: Όλοι αυτοί οι παράγοντες θα επιβραδύνουν τους συμμάχους.

Κανένα από αυτά τα προβλήματα δεν θα επιλυθεί με την υπογραφή της Μόνιμης Δομημένης Συνεργασίας (Permanent Structured Cooperation, PESCO) της ΕΕ. Ο στόχος της PESCO είναι να αναπτύξει [4] τις ευρωπαϊκές αμυντικές ικανότητες για στρατιωτικές επιχειρήσεις της ΕΕ μέσω ποικίλων μακροπρόθεσμων προγραμμάτων. Παρόλο που οι φιλο-ευρωπαϊστές μπορεί να χαίρονται για την συμφωνία, η Ευρώπη έχει μια πολύ πιο πιεστική ανάγκη: Πρέπει να προετοιμάσει τις δυνάμεις της για να πολεμήσουν. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσίευσε η RAND Corporation [5], ο βρετανικός στρατός θα χρειαζόταν έως και τρεις μήνες για να συγκεντρώσει μια ταξιαρχία που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στις Βαλτικές χώρες. Η Γαλλία θα τα πήγαινε καλύτερα, σε περίπου έναν μήνα, αλλά πολλά από τα στρατεύματά της είναι απασχολημένα με εσωτερικά καθήκοντα αντιτρομοκρατίας. Επίσης, η Γερμανία θα μπορούσε να συγκεντρώσει μια ταξιαρχία εντός ενός μηνός, αλλά αυτή η ταξιαρχία θα πρέπει να δανειστεί τον εξοπλισμό της από άλλες μονάδες.

11122017-1.jpg

Λετονοί στρατιώτες κατά την διάρκεια ασκήσεως του ΝΑΤΟ στο Adazi, στην Λετονία, τον Οκτώβριο του 2017. INTS KALNINS / REUTERS
————————————————————————-

«Χρειάζεται διαθέσιμο προσωπικό και εξοπλισμός, και δεν έχουμε», μου είπε αυτόν τον μήνα ο Vincenzo Camporini, πρώην αρχηγός της Άμυνας της Ιταλίας. «Και χρειάζεται γρήγορη λήψη αποφάσεων ώστε τα στρατεύματα να μπορούν να μετακινούνται μέσα σε 24 ώρες. Ούτε αυτό το έχουμε. Αν δεν διορθώσουμε αυτή την κατάσταση, δεν θα είμαστε σε θέση να ανταποκριθούμε σε επιθέσεις». Ο Mihnea Motoc, ο οποίος ήταν υπουργός Άμυνας της Ρουμανίας μέχρι τις αρχές του έτους και τώρα υπηρετεί ως αναπληρωτής διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πολιτικής Στρατηγικής(European Political Strategy Center) –το εσωτερικό think tank της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημείωσε ομοίως ότι «η ετοιμότητα μπορεί να είναι αξιόπιστο αποτρεπτικό, αλλά εξαρτάται από το είδος της στρατιωτικής κινητικότητας στην οποία μπορούμε να βασιστούμε». Και αυτός είναι ένας λόγος ανησυχίας.

Μεταξύ των από μακρού χρόνου παραμελημένων ενόπλων δυνάμεων της Ευρώπης [6], η κινητικότητα υστερεί. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα αριθμητικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (European Defense Agency), ο συνολικός αριθμός των ικανών να αναπτυχθούν δυνάμεων ξηράς μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ μειώθηκε κατά 13% μεταξύ 2013 και 2014, ως αποτέλεσμα των περικοπών στον τομέα της άμυνας και της μειωμένης ετοιμότητας. Εν τω μεταξύ, ο αριθμός των βιώσιμων δυνάμεων ξηράς –δυνάμεις που μπορούν να αναπτυχθούν γρήγορα σε μια ζώνη σύγκρουσης και να παραμείνουν εκεί- μειώθηκε κατά ένα επιβλητικό 28% για τον ίδιο λόγο. Είναι ακριβό το να διατηρούνται οι δυνάμεις έτοιμες.

Ως αποτέλεσμα, το 2014, οι 27 ευρωπαϊκές χώρες είχαν συνολικά αναπτυσσόμενες δυνάμεις ξηράς 417.000 στρατιωτών και βιώσιμες χερσαίες δυνάμεις79.000 στρατιωτών. Αυτός είναι ο χαμηλότερος αριθμός από το 2006. Τα στοιχεία ενδέχεται να έχουν αυξηθεί από το 2014, αλλά όχι πολύ. Η ετοιμότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί με βιασύνη. Ο Richard Barrons, ο οποίος μέχρι πέρσι ήταν επικεφαλής της Διοίκησης Κοινών Δυνάμεων (Joint Forces Command) του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτιμά ότι θα χρειαστούν έξι έως δώδεκα μήνες για να έρθει ένας πλήρης στρατός σε αποδεκτό επίπεδο ετοιμότητας, ακόμα κι αν μια μικρότερη ομάδα στρατευμάτων θα μπορούσε να αναπτυχθεί εντός 24 ωρών και ένα μέτριο δεύτερο κύμα θα μπορούσε να το πράξει μέσα σε επτά ημέρες.

Εδώ είναι η πρόκληση: Δεν υπάρχει αυστηρός ορισμός της ετοιμότητας. Αντ’ αυτού, η ετοιμότητα είναι ένας διαγωνισμός, με μια χώρα ή μια συμμαχία να αναμετράται σε σχέση με το επίπεδο ετοιμότητας του ανταγωνιστή της. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ πρέπει να συγκριθεί με την Ρωσία [7]. Και τα τελευταία χρόνια, η Ρωσία έχει καταβάλει τεράστιες προσπάθειες για να αυξήσει την ετοιμότητα των δυνάμεών της. Σύμφωνα με μια έκθεση του FOI [8] του 2016, του Σουηδικού οργανισμού ερευνών στον τομέα της άμυνας, «η μαχητική δύναμη των Ενόπλων Δυνάμεων της Ρωσίας εξακολούθησε να αυξάνεται … λόγω των πρόσθετων μονάδων και οπλικών συστημάτων, της αυξημένης ετοιμότητας και –κυρίως σε ό,τι αφορά στις Δυνάμεις Ξηράς- ένα υψηλότερο ποσοστό μονάδων έτοιμων για μάχη». Η ετοιμότητα σημαίνει επίσης ότι τα στρατεύματα πρέπει να βρίσκονται κοντά εκεί όπου πιθανότατα θα χρειαζόταν. Για το ΝΑΤΟ, το δίλημμα είναι ότι με τη μόνιμη τοποθέτηση στρατευμάτων, λόγου χάρη, στην Λετονία, θα κινδύνευε να κλιμακώσει περαιτέρω τις εντάσεις με τη Ρωσία.

H συνέχεια εδώ

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY